Δημήτρης Καραντζάς: Μόνο στο θέατρο μπορώ να συγκροτηθώ

Συνέντευξη: Παναγιώτα Κοντοδήμα
Φωτογράφιση: Ιωάννα Χατζηανδρέου

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς μιλάει για την πρόκληση των μεγάλων έργων, τις κριτικές, τους ανθρώπους που συνάντησε και την ανάγκη να μηδενίσει ξανά.

8G2A2396b

Τα τελευταία χρόνια το όνομά του έχει συνδεθεί με παραστάσεις που γίνονται αντικείμενο συζήτησης και χαίρουν καλλιτεχνικής αναγνώρισης εντός και εκτός συνόρων, αν και ο ίδιος αποτελεί μάλλον «μήλον της έριδος» στα θεατρικά πεπραγμένα, έχοντας ένθερμους υποστηρικτές και αμετακίνητους επικριτές.

Ο Δημήτρης Καραντζάς φέτος σκηνοθετεί «Τα Κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση και το «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» του Ερρίκου Ίψεν στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Το ξεκίνημα της θεατρικής σεζόν, ωστόσο, έγινε με την παράσταση «Τέφρα και σκιά» του Χάρολντ Πίντερ, στο θέατρο Ροές.

Τρεις παραστάσεις μέσα σε λίγους μήνες είναι ένα αξιοσημείωτο ρεκόρ, ακόμη κι αν λάβουμε υπ’ όψιν τις συνθήκες που πια επιτάσσουν άλλους ρυθμούς. Την ουσιαστική διαφορά, όμως, κάνει το γεγονός πως και οι τρεις αποτέλεσαν προσωπικές του επιλογές, όχι τυχαίες όπως αποδεικνύεται.

«Η φετινή χρονιά ήταν πολύ παραγωγική. Ήταν ανάγκη μου φέτος να κάνω έργα που θα είναι μόνο επιλογής μου. Υπάρχουν άλλες χρονιές που κάποια είναι αναθέσεις, κάποια παραγγελίες, οπότε σε όλες τις προτάσεις ήμουν πολύ επίμονος στο τι θέλω να κάνω, μάλλον γιατί όλα έχουν να κάνουν με ένα τέλος. Με το τέλος ενός πράγματος, μιας φάσης δικής μου, με το τέλος που βλέπουμε καθημερινά. Ήταν ιδανικό, χωρίς να γίνει εσκεμμένα. Έχει να κάνει όλο με τη διαχείριση του τέλους.

Στο μεν ‘Τέφρα και Σκιά’ υπάρχει το τραύμα και η συνείδηση του ότι, εφόσον υπάρχει, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε μια ζωή στην οποία δεν μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε, όταν έχουμε κατατροπωθεί από το τραύμα κι έχουμε αποστασιοποιηθεί από την πράξη, αλλά δεν μπορούμε και να πεθάνουμε.

Τα ‘Κύματα’ της Βιρτζίνια Γουλφ, έχουν να κάνουν με τη διαχείριση του χρόνου και της ματαίωσης, που, επίσης, είναι μια μορφή συμφιλίωσης με το τέλος• πώς συμφιλιώνεσαι με το εφήμερο, με το ότι όλα αυτά τα πράγματα, που είναι τόσο ορμητικά, κάποια στιγμή, αφού διαψευστούν και αναγκαστείς να φτάσεις στην παραδοχή της ήττας σου από τη ζωή, πώς μπορείς να συνεχίσεις να ζεις.

Και στο ‘Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί’ έχουμε ένα ακόμη χειρότερο στάδιο, που είναι όταν είσαι ακριβώς λίγο πριν το θάνατο -είτε πνευματικό, είτε ζωτικό, θάνατο των αισθήσεων ή της διάνοιας- πώς, την τελευταία στιγμή, μπορείς να αγκιστρωθείς σε κάτι για να μπορέσεις να μην μετανοείς μόνο, αλλά να νιώσεις ότι κάτι απ’ όλα αυτά τα ζητήματα, εκπληρώθηκε. Είναι ζητήματα που με απασχολούν πολύ σε όλα τα επίπεδα, οπότε νομίζω ότι υπήρχε ένας κοινός άξονας».

8G2A2264b

Μιλάει για τα κείμενα και τα όσα πραγματεύονται με γνήσιο προβληματισμό και δίνοντας την αίσθηση μιας καθαρής σύνδεσης με την ουσία αυτών. Έχει, ωστόσο, να αναμετρηθεί με συγγραφείς και έργα που φέρουν ένα αδιαπραγμάτευτο καλλιτεχνικό βάρος, κάτι που, όπως εξηγεί, το προτιμά.

«Μου είναι πολύ πιο εύκολο να προσεγγίσω αυτού του είδους τους συγγραφείς, όχι με την έννοια ότι θα τους κάνω καλά, αλλά με την έννοια ότι σου δίνουν τόση τροφή. Προτιμώ χίλιες φορές ένα έργο αριστουργηματικό που διαρκώς το φοβάμαι και αναμετριέμαι ανά πάσα στιγμή με την αποτυχία της ανάγνωσής του, παρά ένα έργο το οποίο είναι ανύπαρκτο και πρέπει, σώνει και καλά, για να υπάρξει, να του φτιάξεις εσύ τη δραματουργία. Το έχω κάνει κι αυτό και δεν είναι το αγαπημένο μου.

Προτιμώ να στέκομαι κάτω από τα έργα και να τα κοιτάω με δέος και φόβο. Όταν λέω δέος, είναι άλλο τι νιώθεις και άλλο τι πρέπει να κάνεις την ώρα που δουλεύεις. Όταν δουλεύεις, πρέπει να έχεις την ψυχρότητα να δεις ότι αρχιτεκτονικά η κατασκευή αυτού του πράγματος λέει αυτό, αλλά πώς μεταφράζεται; Και μετά, σε έναν θεωρητικό διάλογο, να πεις τι σπουδαίος που είναι ο Ίψεν. Εκείνη τη στιγμή, πρέπει να το αντιμετωπίσεις σαν κάτι που έχεις απέναντί σου για ν’ ανοίξει ο διάλογος, γιατί αν δεν ανοίξει ο διάλογος ‘εγώ και το έργο’, δεν θ’ ανοίξει ο διάλογος ‘εγώ και οι ηθοποιοί’, δεν θα ανοίξει ο διάλογος ‘οι ηθοποιοί και οι θεατές’. Εννοείται, λοιπόν, ότι όσο πιο πολύ εκτιμώ τους συγγραφείς, τόσο πιο πολύ αγχώνομαι, αλλά και τόσο πιο πολύ διεγείρομαι για να κάνω αυτά τα κείμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα επιτυγχάνουν οι επιλογές. Ή επιτυγχάνουν εν μέρει, ή ολοκληρωτικά, είτε επιτυγχάνουν και δεν το καταλαβαίνεις, είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα η διαχείριση».

Και το ερώτημα που γεννάται είναι πώς ορίζεται η επιτυχία στο μυαλό του.

«Είναι πολύ διαφορετική ανά περίπτωση. Στα ‘Κύματα’, ήταν μεγάλη επιτυχία για μένα, επειδή παίζεται και για σχολεία, το ότι ήρθαν παιδιά δεκατεσσάρων χρονών που ρώτησαν αν υπάρχει αυτό το κείμενο, γιατί θέλουν να το διαβάσουν ολόκληρο. Στον καιρό της απόλυτης αποβλάκωσης, το ότι τα παιδιά αυτά ενδιαφέρθηκαν για τη γραφή της Γουλφ μού είναι πάρα πολύ συγκινητικό.

Το ότι στον Πίντερ μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη σιωπή του και να καταλάβουν ότι όλα παίζονται εκεί, επίσης. Δεν έχει να κάνει με το τι θα γραφτεί στις κριτικές, για να το πω διαφορετικά. Γιατί στις κριτικές, επειδή είναι όλο ένα παιχνίδι πολύ στημένο που κι εμένα μ’ έχει ανεβάσει και μ’ έχει κατεβάσει -το κάνει σ’ όλους-, το θέμα είναι τι κάνεις από ‘κει και πέρα και πώς επικοινωνείς με το κοινό που έρχεται να δει. Και αυτό το καταλαβαίνεις απ’ όταν μπαίνεις στην αίθουσα. Στους ‘Νεκρούς’ υπάρχουν μέρες που η αίθουσα είναι απολύτως παγωμένη και μέρες που αυτό το πράγμα ζωντανεύει και αποκτά φοβερή συνομιλία.

Αυτό, όμως, έχει να κάνει με το τι ενδιαφέρει εμένα να δουλεύω, το οποίο έχει να κάνει με τον παρόντα σκηνικό χρόνο. Όλο είναι πάνω στους ηθοποιούς. Όλη η δουλειά που έχει γίνει, είναι για το πώς θα λειτουργήσουν συνολικά, όλοι μαζί. Αν αυτό δεν συμβεί, η παράσταση δεν ισχύει. Μάλλον, αυτή είναι και μια δική μου ανάγκη να διατηρώ το ενδιαφέρον μου στη δουλειά. Το να στήσω μια παράσταση που ξέρω ότι αν βάλω αυτό το φως, αυτή τη μουσική και αυτή τη γραμμή ερμηνείας, θα βγει και θα περάσει, μπορώ να το κάνω, αλλά νομίζω ότι το βαριέμαι λίγο. Υπό αυτή την έννοια, η επιτυχία τού να μου πουν όλοι τι σπουδαία παράσταση, δεν σημαίνει κάτι για μένα• αυτό με τρομάζει.

8G2A2343b8G2A2293b

Το ότι έχει καθολική αποδοχή, μπορεί να σ’ αρέσει, αλλά μπορεί και ν’ αρχίσει να μπαίνει ένα κομμάτι αμφιβολίας για το τι τελικά καταλαβαίνει ο άλλος. Άσε δε, που, πριν γίνει μια παράσταση, δεν έχεις ιδέα τι επικοινωνεί και τι όχι. Ο ‘Φαέθων’, για παράδειγμα, που είχε μια πολύ μεγάλη επιτυχία, καταλάβαινα ότι κάποιοι το έβλεπαν σαν οικογενειακό δράμα, το οποίο για μένα δεν ήταν ούτε κατά διάνοια. Είναι σχετικό το τι έχει μαζική αποδοχή. Γιατί αν κάποιος έβλεπε τον ‘Φαέθοντα’ ως ‘Οικογενειακές ιστορίες’, δεν θα πω ‘αχ τι ωραία, είναι ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου’. Επομένως, επιτυχία θεωρώ το να μπορέσει ο άλλος να επικοινωνήσει μ’ αυτό που συμβαίνει επί σκηνής. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει και όχι, ‘α, κατάλαβα αυτό’.

Μ’ αρέσουν οι πολλαπλές αναγνώσεις, αλλά όχι να παρεξηγηθεί τελείως η ανάγνωση αυτού που κάνεις. Είναι διαφορετικό να είναι μια παραβολή πάνω στη βία κι εσύ να συνδεθείς με σχεδόν τηλεοπτικούς όρους οικογενειακού δράματος. Είναι διαφορετικό το να μεταφράσεις αλλιώς ένα σκηνικό αντικείμενο ή μία σκηνοθετική ανάγνωση. Είναι σαν να κάνεις συναυλία ατονάλ μουσικής• σαφώς, αλλιώς θα ερμηνεύσουν την ατονάλ μουσική, αλλά δεν θα πουν ότι είναι Μπαχ».

Έχει δημιουργηθεί μέσα σε πολύ λίγα χρόνια ένα κοινό που παρακολουθεί σταθερά τις παραστάσεις που σκηνοθετεί. Αυτό δεν είναι επιτυχία για εκείνον;

«Είναι. Ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία για μένα, θα ήταν οι θεατές, που έρχονται σε κάθε δουλειά μου, να είναι σε θέση που να μην έχει υπάρξει αποκρυστάλλωση ότι ‘θα πάω σ’ αυτόν επειδή κάνει τα πάντα πάρα πολύ καλά’, αλλά να μπορούν να δουν και τα κακά. Γιατί, εννοείται ότι, όπως όλοι οι δημιουργοί, κάπου σκοντάφτουμε. Κάτι βγαίνει αβίαστα, κάπου σκοντάφτει, οπότε θα χαιρόμουν αν έρχονταν και ξανάρχονταν άνθρωποι που έχουν δει και τις αδυναμίες. Δεν είμαι υπέρ ούτε αυτού που μισεί, ούτε του θαυμαστή που ό,τι και να κάνεις είναι αριστούργημα. Δεν πιστεύω τίποτε από τα δύο. Είμαι καχύποπτος και με τα δύο».

Αναπόφευκτα, η συζήτηση οδηγείται στις κριτικές που έχει δεχθεί και είναι αντιφατικές, συνήθως από ανθρώπους που έχουν σχηματισμένη και αμετάκλητη άποψη για τη δουλειά του, είτε θετική, είτε αρνητική.

«Σαφώς, υπάρχει κι ένας διάλογος. Οι κριτικές, κανονικά, θα όφειλαν ν’ ανοίγουν έναν διάλογο και κάποιοι άνθρωποι, που είναι δυστυχώς πολύ λίγοι, το κάνουν. Εννοώ το να γραφτεί κριτική με επιχειρήματα και όχι μια κριτική που για χ, ψ λόγους, θέλει να είναι θετική ή αρνητική. Το καταλαβαίνεις και από την γραφή μιας κριτικής, από το πώς έχει αρχίσει να δομείται το κείμενο.

Οι κριτικές δεν με αφήνουν αδιάφορο, προσπαθώ να καταλάβω και τις δύο πλευρές. Δεν θα εκτιμήσω μια θετική ή αρνητική κριτική από ένα άτομο που δεν εκτιμώ. Αν έρθει κάποιος και μου πει κάτι απολύτως αρνητικό και μου εξηγήσει τι ήταν αυτό που δεν λειτούργησε, σαφώς και το λαμβάνω υπ’ όψιν και το συνεχίζω στο μυαλό μου.

Νομίζω, βέβαια, ότι τα λάθη τα καταλαβαίνεις πρώτα εσύ. Αν μου επιβεβαιώνεται, αν έρθει κάποιος και μου πει ‘ξέρεις κάτι; Αυτό δεν μου λειτουργεί’, το πιο πιθανό είναι να του πω ‘ούτε εμένα’. Εκτός αν είναι κάτι το οποίο, για κάποιο λόγο, σ’ εκείνον δεν λειτουργεί και σ’ εμένα λειτουργεί. Δεν με προβληματίζει, όμως, για το επόμενο έργο ότι αυτός μου είπε αυτό, να το προσέξω για να του αρέσει. Θα καταλάβω, σε σχέση μ’ αυτό που εγώ θέλω να κάνω, τι μπορεί να μην κατασκευάστηκε καλά, ώστε να είναι λειψό, αλλά χωρίς αυτό να με κάνει ν’ αλλάξω κατεύθυνση σκέψης.

Οι προκαταλήψεις και οι προσδοκίες νομίζω ότι, κυρίως, με πιέζουν ψυχολογικά, σε προσωπικό επίπεδο. Την ώρα που πάω να δουλέψω δεν υπάρχει ούτε ο κριτικός, ούτε ο δημοσιογράφος που περιμένει κάτι από μένα. Δεν μπορώ να συγκινηθώ ή να πληγώ από το άρθρο που γράφει ‘κατώτερο των προσδοκιών αυτό που σκηνοθετεί’. Ωραία, και λοιπόν; Όλοι οι καλλιτέχνες ανά τον κόσμο κάπου είναι αντάξιοι των προσδοκιών, ανώτεροι των προσδοκιών και κατώτεροι αυτών. Μπορείς, φυσικά, να το αρθρώσεις, αλλά αν το πάρεις σοβαρά, στην πραγματικότητα, κατ’ εμέ, δεν παίρνεις σοβαρά τον εαυτό σου.

Πρέπει να δεις και να δεχτείς ότι εσύ είσαι ο άνθρωπος που θέλει να κάνει αυτό. Γι’ αυτούς πέτυχε, γι’ αυτούς δεν πέτυχε. Για σένα, για την ομάδα που συνεργάζεσαι, τι πέτυχε και πού θέλεις να συνεχίσεις; Σαφώς, όταν είχα τύχει μια χρονιά μεγάλης έκθεσης, γιατί ήταν τρία μεγάλα θέατρα μαζί -η Στέγη, το Εθνικό και η Επίδαυρος (και η Αβινιόν την ίδια χρονιά), που ήταν όλα εκεί πάνω- οργίασαν όλες οι πλευρές, και με επευφημίες και με καταβαραθρώσεις, ναι, πιεζόμουν. Και το ότι γινόταν τόσος διάλογος με πίεζε και η έννοια της υπερέκθεσης με πίεζε. Όχι, όμως, ότι ‘τώρα, θα βρω τρόπο να σας κλείσω το στόμα’• αυτά μου φαίνονται αστεία. Δεν είναι μάχη, δεν το βλέπω έτσι. Κι αν το βλέπω ως μάχη, δεν το βλέπω σαν μάχη με τους δημοσιογράφους-κριτικούς, αλλά με τον εαυτό μου, με τους καλλιτέχνες που εκτιμώ, με το κοινό και με πράγματα που είναι αμιγώς της δουλειάς».

8G2A2366b

Εν τούτοις, πέρυσι, βρέθηκε να είναι στο κέντρο μιας «μάχης» δηλώσεων, άρθρων και ανταπαντήσεων, όσον αφορά το θέμα που δημιουργήθηκε με τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Σωτήρη Χατζάκη, και το οποίο αποτελεί πια παρελθόν. Η έκταση που πήρε μέσα σε λίγες μέρες και οι αντιδράσεις υποστηρικτικές ή επικριτικές που πυροδότησε, θα μπορούσαν να τον έχουν τρομάξει. Ο Δημήτρης Καραντζάς, ωστόσο, το αντιμετώπισε με αυτοκριτική, εκλογίκευση των όρων αυτής της δουλειάς, αλλά και μια αναγκαία αποστασιοποίηση.

«Κλήθηκα να το διαχειριστώ με ψυχραιμία και να καταλάβω πού έχω υπερβάλλει και σε ποια κομμάτια έχω δίκιο. Δεν αλλάζει κάτι. Ναι, πιέζομαι από την υπερέκθεση, ήταν μια ατυχής στιγμή η παρόρμηση που είχα. Από ‘κει κι ύστερα, αυτό το πράγμα έληξε.  Αν μπούμε στην κατασκευή των ΜΜΕ και των social media, όλα τα πράγματα ξαφνικά έχουν μεγάλη σημασία. Καθημερινά, δεν λογοδοτείς σε ανθρώπους που είναι υπέρ ή κατά σου σε μικροκλίμακα; Απλώς, είναι πιο μεγάλη κλίμακα.

Δεν είναι ότι ξύπνησα στα 15 μου και ήμουν έτοιμος γι’ αυτό, αλλά όταν το είδα να διαμορφώνεται, έπρεπε να το αντιμετωπίσω ως ένα γεγονός. Αν μπεις στη διαδικασία να κουνηθείς από τη βάση σου, είτε από τη μία πλευρά είτε από την άλλη, έχει χαθεί το παιχνίδι. Επιμένω σ’ αυτό. Δεν με σοκάρει. Εκείνη τη στιγμή, πρέπει να πάρω έναν χρόνο να καταλάβω τι συμβαίνει για ν’ αντιδράσω ψύχραιμα και σε σχέση μ’ αυτό που μ’ ενδιαφέρει• γιατί στην πραγματικότητα, δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε να τσακωθώ με κανέναν, ούτε να μπω σε διαδικασία να απολογηθώ σ’ αυτούς που νομίζουν ότι δεν τα κατάφερα, ούτε να μιλάω μόνο μ’ αυτούς που νομίζουν ότι τα κατάφερα.

Αφορά το τι μ’ ενδιαφέρει να συνεχίσω να κάνω και θα το κάνω είτε εδώ, είτε αλλού. Θέλω, για λίγο καιρό, να βρω έναν χώρο δικό μου που δεν θα υπάρχει καμία απαίτηση από μένα, καμία ανάγκη παραγωγής. Ένας χρόνος να μελετήσω το αντικείμενό μου, χωρίς την ανάγκη, την απαίτηση μιας παράστασης, ενός προϊόντος.

Είναι μια ανάγκη εξέλιξης καλλιτεχνικής και προσωπικής. Έχω κάνει ήδη πολλά πράγματα -θα προτιμούσα να έχω κάνει λιγότερα. Δεν μπορείς να αρνηθείς προτάσεις που έρχονταν κι ήταν καταπληκτικές. Κάποιες φορές, δεν ήμουν σε καλή οικονομική κατάσταση και τα πράγματα έγιναν πολλά, αλλά πάντα με ενδιαφέρον.

Έχω πει ότι, αν βαριέμαι την ώρα της πρόβας, θα γίνω αγρότης. Το θεωρώ ασέβεια, δεν γίνεται να βαρεθείς την ώρα της πρόβας. Δεν έχει τύχει να βαρεθώ, νομίζω, όμως, ότι επειδή κάποια πράγματα ήρθαν όντως νωρίς, το να μην αναμετρηθώ με άλλα μεγέθη, θα ήταν λάθος. Έχουν ήδη ξεκινήσει κάποιες συζητήσεις έξω, απ’ όταν πήγε η παράσταση στην Αβινιόν και μετά στη Λισαβόνα, και τώρα μας έχουν καλέσει από ένα φεστιβάλ με τα ‘Κύματα’• αυτό μου ανοίγει έναν ορίζοντα, γιατί με ενδιαφέρουν οι διάλογοι που ανοίγουν από ‘κει. Είναι μια αναμέτρηση εκ νέου με τα πράγματα. Επίσης, θα ήθελα να ξαναγίνω μαθητής ενός πράγματος και να τροφοδοτηθώ από άλλα ερεθίσματα από αυτά που έχω εδώ.

Αυτά που υπάρχουν εδώ, έχουν πολύ ενδιαφέρον, αλλά τα ξέρεις. Και ξέρεις και πού τελειώνουν και πού αρχίζουν. Όντας μέσα, ξέρεις και τί είναι παιχνίδι, ουσία, μόδα. Από μέσα, ξέρουν όλοι απολύτως τι συμβαίνει και ποιο είναι το πλαίσιο. Εμένα το πλαίσιο έχει αρχίσει λίγο να με ζορίζει και να με κάνει να θέλω να φύγω. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα μείνω εδώ, θα γεράσω εδώ και απλώς, κάθε χρόνο θα έχω τις ‘παραγωγούλες’ μου. Μου φαίνεται αυτοκτονικό και μου φαίνεται ότι θα χάσω το ενδιαφέρον μου και δεν θέλω να το χάσω».

8G2A2314b

Η σκέψη να απομακρυνθεί από το ελληνικό γίγνεσθαι για ένα διάστημα τροφοδοτείται και από την σύγκριση που αναπόφευκτα γίνεται ως προς την αντιμετώπιση του Πολιτισμού στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

«Ο πολιτισμός, σε κάποιες χώρες τουλάχιστον -γιατί δεν είναι ότι έξω είναι ωραία κι εδώ είμαστε χάλια• αυτό είναι αστείο- σε κάποιες περιοχές που έχω βρεθεί, στις Βρυξέλλες, στην Αβινιόν και στη Λισαβόνα, είναι ένα στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Σ’ εμάς, είναι λίγο σαν να πρέπει να πείσουμε κάποιον ότι είναι αναγκαίος.

Δεν είναι ότι έξω είναι ωραία. Ναι, έξω μπορεί να ‘φρικάρω’ πάρα πολύ με την ψυχρότητα των ανθρώπων, με το πόσο ατομικιστές είναι, θα ‘χω άλλα θέματα. Αλλά, θέλω πολύ να βρεθώ σε χώρους που είναι κρίσιμο το πράγμα, στηρίζεται από την Πολιτεία και είναι ζωτικής σημασίας ένα φεστιβάλ για όλη την πόλη. Η Αβινιόν υπάρχει μόνο λόγω του φεστιβάλ που συρρέουν πλήθη απ’ όλο τον κόσμο και άρα, το υποστηρίζει και όλη η πόλη με έναν ωραίο τρόπο και γίνεται κτήμα της. Το να οικειοποιούνται οι άνθρωποι την τέχνη και να μην την θεωρούν κάτι εξωπραγματικό ή απλώς, ‘ας πάμε και ένα θέατρο’, είναι σημαντικό».

Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, ωστόσο, επιμένει να ασχολείται με την τέχνη, εκκινώντας από μια ανάγκη, αλλά κι έναν βαθύ προβληματισμό.

«Δεν υπάρχει κάτι πέρα από την προσωπική ανάγκη. Το μόνο πράγμα στο οποίο μπορώ να συγκροτηθώ στη ζωή μου είναι το θέατρο. Μέσα σ’ αυτή την καταστροφή που συμβαίνει, παλιότερα έλεγα, ‘ο κόσμος καίγεται κι εμείς είμαστε κλεισμένοι και κάνουμε πρόβα και πρέπει να βγούμε στον δρόμο και να είμαστε αλλιώς και να κάνουμε διάφορα πράγματα’ -που ακόμη το πιστεύω. Παράλληλα, όμως, πιστεύω ότι ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η επίπλαστη πραγματικότητα, γιατί μπορείς να αντέξεις και την υπόλοιπη.

Επίσης, όλα τα κομμάτια αυτού που με επηρεάζουν, γίνονται λόγοι για να συνεχίσω. Στα έργα που συζητήσαμε τώρα, το τέλος δεν προέκυψε από ένα ψυχολογικό τέλος, ότι έχω κατάθλιψη κι είναι αυτό το τέλος. Είναι ότι το βιώνω καθημερινά. Το ‘Τέφρα και σκιά’ ήταν για μένα μια αντίδραση, μια ανάγκη διαχείρισης αυτής της αντίδρασης και μοιράσματος με ένα κοινό. Αυτή είναι και εξ ορισμού η λειτουργία της τέχνης. Αισθάνεσαι, επομένως, ότι ο προσωπικός σου λόγος έχει και νόημα, αν μπορεί να επικοινωνηθεί, γιατί μπορεί να παρηγορήσει, να κινητοποιήσει, να πει, ναι, αυτό συμβαίνει. Έχει πάρα πολλές πτυχές.

Πέρυσι, που έκανα το ‘Σλάντεκ’ και διάβασα ξανά όλη την Ιστορία για το Γ’ Ράιχ και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, είναι τρομερό ότι βρισκόμαστε σε ακριβώς ίδιο κλίμα και περιβάλλον αποσταθεροποίησης κι εξίσου, ίσως και περισσότερο, επικίνδυνο με τότε. Μέσω των ερεθισμάτων και του τι ταξίδια κάνεις για να πας από το ένα ζήτημα στο άλλο, κάπως μπορείς να χωνέψεις και να αντέξεις την πραγματικότητα, αλλά και να την ξεράσεις, με την έννοια να τη διαχειριστείς και να τη μοιραστείς και με άλλους.

Νομίζω ότι παρά τις αντίξοες συνθήκες πρέπει να επιμείνεις. Δεν πρέπει οι αντίξοες συνθήκες να γίνουν ακόμη ένα άλλοθι για να γίνουμε πρόχειροι• έχουμε συνηθίσει σ’ αυτή τη χώρα να είμαστε πρόχειροι σε όλα. Όταν δεν ήταν αντίξοες οι συνθήκες ήμασταν πρόχειροι, τώρα που είναι δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε. Από κάπου, όμως, πρέπει να βρεθεί ο λόγος που θα μας κάνει να έχουμε πίστη. Δεν γίνεται όλα να είναι άλλοθι για να μην δουλεύουμε -δεν είναι ότι είμαστε τεμπέληδες-,  να μην έχουμε ένα κέντρο, να μην έχουμε πίστη. Είναι πρόβλημα ότι δεν υπάρχει πίστη σε κάτι -έχει φανεί ποικιλοτρόπως. Όπου δεν υπάρχει πίστη και απόλυτο ζητούμενο, υπάρχει, δυστυχώς, παραίτηση, αποβλάκωση και τα πράγματα εύκολα μπορούν να πάρουν επικίνδυνους δρόμους».

Δεν πιστεύει πως πρέπει να εξηγούμε αν υπάρχουν σημεία σύγκλισης του σήμερα με ένα θεατρικό έργο που παρουσιάζεται, γιατί δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται.

«Η λειτουργία του θεάτρου είναι έμμεση και άμεση• μέσω της αμεσότητας, όμως, ο καθένας μπορεί να κάνει τρομερές αναγωγές με το σήμερα. Δεν προσπαθώ να εκμοντερνίσω κάτι ή να πω ότι το κάνω σήμερα γι’ αυτό τον λόγο.  Σαφώς, οι προσωπικοί προβληματισμοί του έργου του Ίψεν αφορούν και τον άνθρωπο σήμερα, όχι μόνο τον καλλιτέχνη. Ο άνθρωπος που έχει αγκυλωθεί σε μια μεγάλη ιδέα και σε μια έννοια αποστολής και δεν έχει γυρίσει να κοιτάξει τη ζωή του και τους δίπλα του, αλλά την τελευταία στιγμή, προσπαθεί να αγκιστρωθεί από κάπου για να ζήσει, δεν έχει να κάνει ούτε μόνο με τον καλλιτέχνη, ούτε με τον άνθρωπο μόνο. Μπορεί να αφορά τη μοίρα μιας ολόκληρης χώρας».

8G2A2425b8G2A2419b

Μέσα σε λίγα χρόνια και σε πολύ νεαρή ηλικία σκηνοθέτησε πολλαπλάσιες παραστάσεις απ’ όσες του αναλογούν με βάση αυτά τα δεδομένα. Άραγε, το θέατρο για εκείνον είναι ανάγκη, δουλειά ή ζωή;

«Δεν μπορούν να είναι όλα μαζί; Νομίζω είναι η ίδια η ζωή. Δεν είναι υγιές, αλλά και τι είναι; Δεν αισθάνομαι ψυχοπαθολογική περίπτωση. Εγώ αυτό έχω διαλέξει, να είναι η ίδια η ζωή. Παράλληλα, είναι και η δουλειά μου, αλλά το έχω διαλέξει συνειδητά, γιατί, μάλλον, ήταν ο μόνος μου τρόπος να ζήσω σ’ αυτό τον κόσμο. Είτε είναι υγιές, είτε δεν είναι, θα το μάθω αργότερα, αν κλειστώ σε κάποιο φρενοκομείο ή αν πουν ότι ήμουν ένα σαδιστικό κτήνος και είχα χάσει την μπάλα», λέει γελώντας.

«Μου παίρνει πάρα πολύ χρόνο και ενέργεια και πολλές φορές, έχω βάλει πίσω πολλά άλλα πράγματα, όμως, δεν μ’ έχει κάνει ποτέ να το μετανιώσω. Επίσης, υπάρχει ένα κομμάτι της καθημερινότητας, το οποίο δεν αντέχω. Το πρακτικό κομμάτι της καθημερινότητας. Παραλύω. Δεν μιλάω για τα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά για καθημερινότητα, μικρή καθημερινότητα. Ας πούμε, ότι αύριο έχω να πάω να πληρώσω τον τάδε λογαριασμό, να πάω στην Εφορία κλπ, μπορεί να το σκέφτομαι και δύο βδομάδες πριν και να έχω συμπτώματα στρες γι’ αυτό.

Επομένως, συνειδητά θέλω να ζω μέσα από μια διάθλαση και όχι έτσι. Εκτιμώ και θαυμάζω τους ανθρώπους που αντέχουν την τόσο σκληρή καθημερινότητα, εγώ δεν θα την άντεχα. Οπότε, μάλλον δεν είναι υγιές, αλλά είναι υγιές από μια άλλη πλευρά».

Η τύχη μάλλον τον ευνόησε, μιας και κατάφερε μέσα από το θέατρο να βρει το ευμετάβλητο πλαίσιο που του ταιριάζει, αλλά και όσον αφορά τους ανθρώπους που γνώρισε και με τους οποίους συνεργάστηκε.

«Αισθάνομαι τυχερός γι’ αυτές τις συναντήσεις, οι οποίες έχουν ξεκινήσει από πολύ νωρίς• στη σχολή του Εμπρός συνάντησα τους ανθρώπους που γνώρισα, συγκεκριμένα τον Τάσο Μπαντή, την Άννα Μακράκη, τη Σταυρούλα Τσιάμου -με την οποία συνεργαζόμαστε και στις παραστάσεις που κάνει κίνηση-, τον Ανρί Κεργκομάρ και την Ανέζα Παπαδοπούλου που, επίσης, συνεργαζόμαστε.

Καθένας, με τελείως διαφορετικό τρόπο, διαμόρφωσε όλη μου τη σκέψη πάνω στο θέατρο. Μου ξεκλείδωσαν πολλά τεχνικά ζητήματα για τη λειτουργία του ηθοποιού, γιατί γι’ αυτό μπήκα στη δραματική σχολή, δεν ήταν συμπτωματικό. Ήθελα να δω από μέσα τη λειτουργία. Επομένως, αυτές οι πρώτες συναντήσεις ήταν καθοριστικές. Χωρίς αυτές δεν θα είχα το υλικό που έχω -αν αυτό έχει κάποιο νόημα.

Μετά, ήταν πολύ κομβική η συνάντηση με τον Θωμά Μοσχόπουλο και την Ξένια Καλογεροπούλου• και οι δύο μού έδειξαν τρομερή εμπιστοσύνη σε πράγματα που μου πρότειναν και με καθοδήγησαν σε πολλά. Και φυσικά, υπάρχουν άπειροι. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τη δουλειά μου, για τη συνεργασία μου με τους συντελεστές που είναι μόνιμοι σχεδόν• η Ζωή Χατζηαντωνίου, η Σταυρούλα Σιάμου, ο Δημήτρης Καμαρωτός, η Ιωάννα Τσάμη και ο Αλέκος Αναστασίου που είναι -με ελάχιστες ανακατατάξεις, εδώ ο ένας, εκεί ο άλλος- άνθρωποι που μαζί δημιουργούμε αυτά τα πράγματα.

Το ένα πράγμα έφερε το άλλο, αλλά δεν περίμενα ποτέ την εμπιστοσύνη του Γιώργου Λούκου με την πρόσκληση να κάνω την ‘Ελένη’ στην Επίδαυρο. Ούτε την εμπιστοσύνη της Κάτιας Αρφαρά που επέμεινε γι’ αυτή τη συνεργασία που έφερε και όλα τα υπόλοιπα με τον ‘Κυκλισμό του τετραγώνου’. Κι έχει σημασία καμιά φορά να μιλάμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί δεν είναι θέμα φιλοφρόνησης ή γλειψίματος, είναι θέμα πραγματικής εκτίμησης.

Και πραγματικά, έχουν παίξει έναν ρόλο συναισθηματικής φύσης αυτές τους οι κινήσεις, γιατί είναι απρόσμενες -δεν είναι ότι έχω μια ατζέντα, αλλά δουλεύω και γίνεται βήμα το βήμα- και μ’ έχουν κάνει να νιώσω μια στήριξη και μια ευγνωμοσύνη που έχει σημασία να τη μοιράζεσαι».

8G2A2241b

 

Φέτος, στην παράσταση «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» συνεργάζεται με ηθοποιούς διαφορετικών γενεών. Αναρωτιέμαι αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είναι εξίσου δεκτικοί με τους νεότερους στην προετοιμασία μιας παράστασης.

«Οι ηθοποιοί που είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία είναι πιο ανοιχτοί από τους νεότερους ηθοποιούς, γιατί οι νεότεροι πολλές φορές μπαίνουν σε μια πλάνη, -ειδικά, αυτοί που έχουν πάρει τη σφραγίδα του επιτυχημένου. Γι’ αυτό, μου φαίνονται πολύ επικίνδυνα αυτά που γράφετε (οι δημοσιογράφοι) κι αυτά που γράφουν διάφοροι άνθρωποι που, αν το πιστέψεις, μπορεί να χάσεις πολύ εύκολα την μπάλα. Έχω συνεργαστεί με ανθρώπους που φαινομενικά είναι πάρα πολύ ανοιχτοί και σύγχρονοι και καμία σχέση με πρωταγωνιστιλίκι, που τελικά είναι οι χειρότερες ντίβες που μπορείς να φανταστείς. Χειρότερες κι από ντίβες τις όπερας, απλώς με εμφάνιση T-shirt και τζην.

Όλα τα παραδείγματα ανθρώπων που έχω, η Ρένη Πιττακή ας πούμε φέτος, ή η Ξένια Καλογεροπούλου, η Άννα Μακράκη που έπαιξε στην πρώτη μου παράσταση κιόλας -στο Αμόρε το 2008, που ήμουν κι απολύτως άσχετος-, ή ο Περικλής Μουστάκης, είναι άνθρωποι που δεν πας να παίξεις ένα παιχνίδι εκ νέου, ότι ως σκηνοθέτης θα σε γοητεύσω με τις ιδέες μου και θα σε πείσω.

Πολύ πρακτικά, ξέρουν ποια είναι η δουλειά τους, ποια είναι η δουλειά μου και, επειδή είναι και έξυπνοι, δεν μπαίνουν σε διαδικασία αμφισβήτησης. Εγώ δεν θα αμφισβητήσω ποτέ έναν ηθοποιό, ακόμη κι αν τον αμφισβητώ επί της ουσίας, γιατί πάρα πολλούς τους αμφισβητώ, την ώρα της δουλειάς εννοώ. Αλλά, κι εμένα αμφισβητώ την ώρα της δουλειάς και πιστεύω ότι μόνο αν αμφισβητηθούμε θα προχωρήσει αυτό.

Οι πιο μεγάλοι ηθοποιοί, όμως, επειδή έχουν την εμπειρία και την σοφία αυτής της εμπειρίας, είναι ανοιχτοί και πιο αθώοι. Είναι σαν να γυρνάνε στα πρώτα τους βήματα, μετά τη διαδρομή. Η πιο κρίσιμη στιγμή είναι όταν αρχίζουν να σε αποδέχονται όλοι και νομίζεις κι εσύ ότι έφτασες εκεί που έπρεπε. Έχω, όμως, φιλοσοφικό ζήτημα μ’ αυτό. Δεν πιστεύω ότι φτάνεις ποτέ εκεί που έπρεπε. Δεν φτάνεις πουθενά. Είτε είσαι ηθοποιός, είτε επιχειρηματίας, είτε χασάπης, δεν νομίζω ότι βρίσκεις την κορυφή σου και τέλειωσες. Κάθε μέρα πρέπει να αυτοαναιρείσαι».

Αναζητά κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεται σε σταθερή βάση.

«Θέλω να είναι παρόντες καθ’ όλη τη διάρκεια της πρόβας, να είναι εκεί. Να έχουν τρομερή έγνοια, να το βλέπουν δηλαδή κι αυτοί προσωπικά, να είναι πολύ αμείλικτοι και ειλικρινείς με το τι λειτουργεί και τι δεν λειτουργεί. Να έχουν σεβασμό καθένας από την πλευρά του στο έργο του άλλου και να έχουν αίσθηση του μέτρου και του χώρου που μπορούν να καταλάβουν.

Σε μια παράσταση, για παράδειγμα, κάνω κίνηση, σκηνική δραματουργία, παρακολουθώ τη διαδικασία και ξέρω ότι μέχρι εκεί πρέπει να φτάσω σ’ αυτά που προτείνω. Ή, αυτό πρέπει να το μειώσω. Να μην υπάρχει η έννοια του ‘εγώ’, ότι για να φανώ εγώ, θέλω να δείξω αυτό, αλλά ότι για να εξυπηρετηθεί η παράσταση που είναι όλων μας, πρέπει να έχω τη διαύγεια και την ταπεινότητα να σβήσω τον εαυτό μου και να μπορέσει αυτό το πράγμα, που γίνεται συνολικά, να υπάρξει».

Η ποιότητα, η πίστη και το σκεπτικό της δουλειάς του δεν αλλάζει ανάλογα με το θέατρο στο οποίο σκηνοθετεί, παρά μόνο ως προς τη δομή του χώρου, τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Επίσης, η μόνη του προσδοκία και στόχος αυτή την περίοδο είναι να βρεθεί σ’ ένα περιβάλλον ξεκινώντας εκ του μηδενός. Ίσως, να πρόκειται για το τέλος μιας εποχής προσωπικά, αλλά όσον αφορά την τριάδα των φετινών έργων που πραγματεύονται την πολύπλευρη έννοια του «τέλους», δεν είναι σίγουρος ότι καλλιτεχνικά κλείνει, «γιατί τα πράγματα γίνονται, κυρίως, ασυνείδητα».

Το θέατρο ίσως για κάποιους να βοηθά στην επίλυση εσωτερικών ζητημάτων, αλλά για τον Δημήτρη δεν ισχύει.

«Μπορεί να σε κάνει να τα αντιμετωπίσεις περισσότερο. Μπορεί να σε βάλει σε μεγαλύτερο διάλογο, αλλά δεν πιστεύω καθόλου ότι έχει ψυχοθεραπευτική ιδιότητα. Ψάχνοντας κάποια θέματα μέσα από τα έργα, προφανώς έρχεσαι αντιμέτωπος μ’ αυτά, αλλά τελικά, δεν ξέρω αν σου λύνει ή σου ανοίγει περισσότερα ζητήματα. Σε επηρεάζει μεν, αλλά δεν μπορώ να πω ότι θα σε οδηγήσει στη λύση.

Τώρα, ήθελα να κάνω αυτό το έργο που ο άνθρωπος λέει πως η ζωή στη λιακάδα και την ομορφιά είναι πολύ καλύτερη από το να την περνάς μέσα σε μια υγρή τρύπα. Όπου ‘υγρή τρύπα’, βάλε οποιοδήποτε υπόγειο πρόβας• κάτι που, αυτή τη στιγμή, με αφορά πάρα πολύ, με νοιάζει και λειτουργώ έτσι. Με προβλημάτιζε πιθανότατα ότι ήθελα να δω μπροστά μου το παράδειγμα ενός τέτοιου ανθρώπου και να το μελετήσω και για προσωπικούς λόγους, αλλά δεν ξέρω αν αυτό μου το έλυσε. Γιατί δεν ξεκίνησα με αυτόν το σκοπό. Είναι το τι με συγκινεί, οπότε θα το πιάσω για να δω γιατί με συγκινεί».

8G2A2429b

 

Όσα συμβαίνουν γύρω μας τον κάνουν να εξανίσταται με τη διαρκή άρνηση της πραγματικότητας και του προβλήματος.

«Θα ευχόμουν κάποια στιγμή να μην αποφεύγουμε το πρόβλημα. Να μπορέσουμε να προλαμβάνουμε τις καταστάσεις. Θα πρότεινα να μπορέσουμε να κοιτάξουμε και μπροστά από το δάχτυλό μας και όχι μόνο πίσω, διότι στην ουσία είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Αν την αντιμετωπίσουμε, εγώ έχω αισιοδοξία. Δεν έχω αισιοδοξία όταν δεν αντιμετωπίζουμε τα πράγματα, όταν τελικά προκύπτουν τα προβλήματα και αναρωτιόμαστε τι να κάνουμε και ευαισθητοποιούμαστε εκ των υστέρων, που είναι σχεδόν υποκριτικό. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης και να δούμε τι πρέπει να κάνουμε από ‘κει και πέρα.

Θα ευχόμουν όχι άλλη εθελοτυφλία και όχι άλλη αποποίηση ευθύνης. Θα ευχόμουν, με κάποιο τρόπο, σαν χώρα, να μπορέσουμε να βρούμε μια καινούργια δομή λειτουργίας, γιατί αυτή έχει πεθάνει πάρα πολλά χρόνια τώρα, δεν το έχουμε δεχτεί και είμαστε σε μια πόλη-ζόμπι. Συνηθισμένοι, όμως, να είμαστε στην πόλη-ζόμπι.

Θα πρότεινα και θα ευχόμουν επίσης, να γίνει κάποια στιγμή κατανοητό ότι χρειαζόμαστε την τέχνη, όπως χρειαζόμαστε την υγεία, το φαγητό, την παιδεία. Αν αφαιρέσεις από αυτό τον λαό την παιδεία του, τον πολιτισμό του, τι θα γίνει ακριβώς; Θα είμαστε θρησκευόμενοι άνθρωποι -γιατί η θρησκεία δεν θα αφαιρεθεί- που τα βγάζουν πέρα, αλλά δεν έχουν από πουθενά ερεθίσματα και κάτι να διεγείρει το νου; Δεν θέλω να το δω αυτό.

Στο πλαίσιο του να προλαμβάνουμε, χρειάζεται τροφοδοσία νου, χρειάζεται σκέψη, να θυμηθούμε κάποιες έννοιες, κάποια ζητήματα. Χρειάζονται κάποιες πράξεις που, όμως, έχουν ανάγκη τον προβληματισμό της κριτικής σκέψης που λέγεται τέχνη, είτε αυτό είναι βιβλίο, πίνακας, θέατρο. Δεν μπορεί να είναι λούσο, δεν είναι λούσο, δεν έχει ποτέ αυτή τη λειτουργία.

Έχει υπάρξει η αστική λειτουργία ότι πάμε θέατρο γιατί θέλουμε να δούμε ένα μπουλβάρ, αλλά έχουν υπάρξει και τρομερά κινήματα που προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον κόσμο να αντέξει, να δραστηριοποιηθεί και να κινητοποιηθεί. Δεν μπορούμε να τα ισοπεδώνουμε όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτή την εποχή, αυτά που προτείνονται και προβάλλονται και γίνονται θέματα είναι όλες οι μαζικής κατανάλωσης παραστάσεις και το μιούζικαλ.

Να ξεχαστούμε όπως τότε το ’60 από τα βάσανα της καθημερινότητας; Είναι πολύ σοβαρό, με προβληματίζει πάρα πολύ. Ναι, να κάνουμε το ένα μιούζικαλ μετά το άλλο, να δίνονται λεφτά για καλά κλασικά ανεβάσματα για τα ‘εργάκια’ που θα δει ο κοσμάκης και θα χαρεί, όμως, αυτό είναι υποκριτικό. Δεν σ’ ενδιαφέρει η επί της ουσίας συνομιλία που μπορεί ν’ ανοίξει η τέχνη, σ’ ενδιαφέρει η τέχνη ως μπουζούκια».

Τον Μάιο του 2017 ο Δημήτρης Καραντζάς σχεδιάζει να φύγει για έναν χρόνο, μέχρι τότε νέα σχέδια υπάρχουν, αλλά θα ανακοινωθούν εν καιρώ.

Συνεχίζονται κανονικά μέχρι τις 24/4 «Τα Κύματα» στη Στέγη και μέχρι τις 29/5 το «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.

Your email address will not be published. Required fields are marked *

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE