Η Mary, Εκείνος, Εκείνη και η Μαρμότα

** Το κείμενο αυτό δεν έχει καμία σχέση με αληθινά γεγονότα και οι χαρακτήρες είναι πέρα για πέρα φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

Το μπλε παραθυράκι στο chat του facebook, αναβόσβηνε σαν χαλασμένο αλάρμ αυτοκινήτου που βιάζεται να πάρει την στρόφη. Επάνω έγραφε το όνομά του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μιλούσαν, αν και είχαν να βρεθούν τρία ολόκληρα χρόνια.

Ήταν ένα πολύ κρύο βράδυ του Μαρτίου όταν χώρισαν. Αυτός φοβόταν να βγάλει ολόκληρες προτάσεις που θα κατέληγαν στον χωρισμό κι αυτή έφυγε από το σπίτι λέγοντας του  «αν κλείσει αυτή η πόρτα, δεν θα με ξαναδείς». Περίεργα λόγια ακούστηκαν…ή μάλλον περίεργα διατυπώμενα. Η πόρτα έκλεισε, αυτός δεν σηκώθηκε καν από το κρεβάτι, ενώ αυτή αναρωτιόταν αν έκλαιγε από ανακούφιση ή από βαρύ έρωτα.

Δεν είχε τίποτα από όλα αυτά σημασία εκείνη την στιγμή. Έπρεπε να απαντήσει στο μήνυμά του. Ήθελε να απαντήσει στο μήνυμά του. Την τελευταία φορά που είχαν προσπαθήσει να μιλήσουν για την σχέση τους, εκείνος της είχε γράψει «δεν θέλω να με μισείς». Αυτή η φράση, την είχε στοιχειώσει. Ναι, ήταν μια σχέση με προοπτική, ήταν αμοιβαία ερωτευμένοι, όλα ήρθαν φυσιολογικά από το πρώτο δευτερόλεπτο της γνωριμίας τους αλλά η κατάληξη ήταν μαύρη, σάπια και μύριζε υγρασία από κλάμα. Κι όμως, δεν τον μισούσε, απλά την είχε απογοητεύσει.

Συμφώνησαν στο να βρεθούν. Ήταν Κυριακή, η μέρα της Μαρμότας. Κάθε Κυριακή έτρωγαν μπέργκερ και έβλεπαν την αγαπημένη τους σειρά. Ήταν η ιεροτελεστία της σχέσης τους και το play του υπολογιστή, το κουμπί της αυτοματοποιημένης ευτυχίας τους. Είχαν τον μικρόκοσμό τους, αυτό που θέλουν όλοι οι άνθρωποι από μια σχέση. Το χιούμορ τους ήταν τελείως διαφορετικό αλλά είχαν έναν μαγικό τρόπο να γελάει ο ένας με τα αστεία του άλλου. Μετά από τρία χρόνια λοιπόν… επέλεξαν να αναβιώσουν αυτή τη μέρα, αυτή τη συνήθεια που τους θύμιζε όλα τα καλά κομμάτια της σχέσης τους.

Κι έτσι έγινε. Πάρκαρε κάτω από το καινούργιο σπίτι του και μέτρησε τα βήματά της μέχρι της είσοδο της πολυκατοικίας. Δεκαοχτώ βήματα, δεκαοχτώ ανάσες. Και πάτησε το κουδούνι. Είδε τη μορφή του να ανοίγει την πόρτα και τότε ήταν που κατάλαβε πόσο έτοιμη ήταν γι’ αυτή την συνάντηση. Δεν της άνοιξε ένας άνθρωπος που κάποτε την πλήγωσε αλλά ένας άνθρωπος που κάποτε, μέσα στο χάος, την αγάπησε.

Αγκαλιάστηκαν και αμέσως το πρώτο άγχος έδωσε τη σειρά του στο πρώτο αστείο, στο πρώτο γέλιο, στο πρώτο αληθινό συναίσθημα οικειότητας. Πάντα τους «περίσσευε» η οικειότητα κι αυτό ήταν υπέροχο. Μάλλον θα έφταιγε το γεγονός ότι στον πυρήνα της σχέσης τους, ήταν δυο καλοί φίλοι.

Η ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά ηλεκτρισμένη ήταν, αμέσως θυμήθηκαν πώς είναι να μιλάει ο ένας στον άλλον. Αυτή πάντα ειρωνική και αυτός πάντα κουλ. Έφτιαξαν ένα μικρό πρόγραμμα και αποφάσισαν να το ακολουθήσουν πιστά ώστε να κλείσει αυτή η μέρα όπως την είχαν φανταστεί. Με ανακούφιση.

Μετά από πολλά νέα, γέλια, φασαρία, ετοίμασαν το τραπέζι, όπως τότε, ενώ στην οθόνη έπαιζαν τα πρώτα δευτερόλεπτα του αγαπημένου τους show. Χαρά με μια δόση θαλπωρής και άνεσης, αυτά υπήρχαν σε φούσκες πάνω από τα κεφάλια τους. Έφαγαν όλο τους το φαγητό, ούτε συζήτηση για αποφάγια, ξεκαρδίστηκαν σε διαφορετικά punch lines, τήρησαν όλους τους κανόνες ευγενείας και χειροκρότησαν όταν ήρθε το τέλος.

Ανάμεσα σε ανακατεμένες πληροφορίες για ταινίες, χιουμοριστικά video, ερωτήσεις για γονείς και φίλους… το σκηνικό άλλαξε και τους βρήκε μπροστά στο μικρό home studio του, να της βάζει νέες μουσικές, όπως έκανε πάντα. Οι αναφορές στην σχέση τους δεν άργησαν να έρθουν και ήταν ό,τι πιο φυσιολογικό μπορούσε να συμβεί εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή ή αλλιώς η λύτρωση.

– Σου είχα βάλει ποτέ κάποιο τραγούδι που δεν σου άρεσε;

-Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι συγκεκριμένο αλλά σίγουρα ναι.

Ποτέ δεν του έλεγε όχι. Είχε χαθεί μέσα στον έρωτά της. Πίστευε πάντα περισσότερο σε εκείνον από ότι αυτός στον εαυτό του, με αποτέλεσμα στους καβγάδες τους, να μην αναγνωρίζει τι ήταν αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο σε αυτόν. Ήθελε να είναι ερωτευμένη με την καλύτερη version του και την πλήγωνε όταν δεν την έβλεπε. Πήρε τον ρόλο της μητέρας, της ερωμένης, της καλύτερης φίλης και στο τέλος του θύματος. Ποτέ δεν του έλεγε όχι.

Πάντα της έλεγε όχι. Όχι, δεν την γνωρίζω αυτή την κοπέλα. Όχι, αυτή μου την έπεσε. Όχι, δεν θέλω να φύγεις. Όχι, θέλω να πάμε. Όχι, δεν βαρέθηκα. Όχι, θέλω να έρθεις μαζί μου. Όχι, σ’ αγαπώ. Πάντα της έλεγε όχι.

Τα λόγια έπεφταν στο πάτωμα σαν μεγάλες σταγόνες βροχής, ξέπλεναν όλες τις σκέψεις που νόμιζαν ότι ποτέ δεν θα έλεγε ο ένας στον άλλο. Δεν έμεινε τίποτα κρυφό. Οι ειλικρινείς προτάσεις που σχηματίζονταν μέσα στο μισοφωτισμένο δωμάτιο, ήταν συγκινητικές. Δεν υπήρχε φόβος γιατί δεν μπορούσε πλέον να κάνει κακό ο ένας στον άλλο. Είχαν παραμερίσει τον έρωτα. Υπήρχε κατανόηση που έσβηνε σιγά σιγά, όλα τα μεγάλα ερωτηματικά. Έκαναν λάθη και οι δυο. Μικρά, μεγάλα, ανεπανόρθωτα.

-Ίσως αν δεν είχα φερθεί έτσι να ήμασταν καλύτερα.

-Ποτέ δεν θα μπορούσαμε να είμαστε καλύτερα.

Τον κατάλαβε. Την κατάλαβε. Συγχώρεση. Πρώτα στους εαυτούς τους και μετά άφεση ο ένας στον άλλον. Αμηχανία. Σπασμένο χαμόγελο.

Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την απελευθέρωση των συναισθημάτων. Πέρα από τη πρώτη ανάγνωση της κλισέ φράσης «θέλω να είσαι καλά κι ας μην είμαστε μαζί», υπάρχει και η δεύτερη, αγνή, αληθινή ανάγνωσή της, αυτή που δεν πονάει πια, αυτή που δεν κρύβει μέσα της πείσμα… αυτή που σου δίνει ευχαρίστηση χωρίς να ζητάει αντάλλαγμα.

Το μπλε παραθυράκι στο chat του facebook αναβόσβηνε δαιμονισμένα.

-Ξέχασα να σου πω ότι σ’ αγαπώ.

-Και εγώ σ’ αγαπώ.

Μαίρη Ρετσίνα

Your email address will not be published. Required fields are marked *

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE