Ανδρέας Κοντόπουλος: Προσωπικά και καλλιτεχνικά νιώθω περισσότερο ελεύθερος ως «κανένας»

Φωτογραφίζει ο Ιωσήφ Αλεξιάδης
Συνέντευξη Ιωάννης Μεκιάμης
Total outfit Dimitris Petrou

Η φωτογράφιση έγινε στο New Hotel, Φιλελλήνων 16

Ο Ανδρέας Κοντόπουλος μιλά για στόχους, εξέλιξη, δημιουργία και τέχνη, στην επαγγελματική στιγμή που νιώθει πιο ενεργητικός, ελεύθερος και δημιουργικός από ποτέ.

Μίλησέ μας για σένα. Ποιο είναι το background σου όσον αφορά την υποκριτική και πώς ξεκίνησε αυτός ο κύκλος της ζωής σου;
Αναλογιζόμενος την αρχή του κύκλου, μοιραία ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο περιβάλλον, με πολλές αντιθέσεις και ετερογενείς προσλαμβάνουσες. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν τεσσάρων. Πρόκειται για δύο αρκετά διαφορετικούς ανθρώπους. Η μητέρα μου αγαπούσε το θέατρο και τη λογοτεχνία, ο πατέρας μου τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Επηρεάστηκα πολύ κι από τους δύο. Ως παιδί είχα την τάση να αποσπώμαι από την πραγματικότητα. Μου άρεσε να μπαίνω σε φανταστικές συνθήκες, να υποδύομαι ρόλους και να μεταμφιέζομαι. Με τον αδερφό μου πλάθαμε συχνά φανταστικούς μικρόκοσμους και χανόμασταν μέσα σ’ αυτούς. Νομίζω πως υποκριτική προέκυψε από μία ανάγκη επανασύνδεσης με την πραγματικότητα. Η πρώτη μου επαφή με την σκηνή ήταν στην έκτη δημοτικού. Όταν αισθάνθηκα τα φώτα στο πρόσωπο μου, στο προαύλιο της σχολής Χιλλ, ένιωσα να χάνω όλο το βάρος του εαυτού μου και να γίνομαι πιο πολύ «εγώ» από «εγώ».

Φέτος ετοιμάζεσαι να επιστρέψεις σε δύο θεατρικές παραστάσεις, μίλησε μας για αυτές τις δουλειές.
Ο Λεντς, η παράσταση που παίζεται μέχρι τις 8/10 στο Bios είναι επανάληψη από την περσινή σεζόν και είναι δημιούργημα της ομάδας μας, Kursk, που σκηνοθετεί ο Χάρης Φραγκούλης. Είναι η σημαντικότερη δουλειά που έχω κάνει στο θέατρο. Τα παιδιά αυτά είναι η οικογένεια μου κι αυτό δεν προκύπτει από ένα χαλαρό αίσθημα του τύπου «περνάμε καλά», αλλά είναι ένα δυνατό αίσθημα βαθιάς εκτίμησης κι εμπιστοσύνης που έχει κερδηθεί μέσα από την δουλεία και την ζωή μας. Η άλλη παράσταση, που θα ανέβει τον Δεκέμβρη στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, είναι σε σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου, μίας πολυσχιδούς καλλιτέχνιδος, εκ των λίγων σύγχρονων σημαντικών, με την οποία ονειρευόμουν να συνεργαστώ.

Τα “Ταπεινά Ελατήρια” είναι η πρώτη σου απόπειρα συγγραφής θεατρικού έργου και παίζεται εδώ και αρκετά χρόνια. Τι αποκόμισες από την εμπειρία αυτή, θα το τολμούσες ξανά;
Ήταν ένα έργο, εκ προθέσεως, μικροσκοπικό μορφολογικά. Ήθελα ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσα να τοποθετήσω τις ιδέες μου και να αξιοποιήσω τα υλικά που αφενός διεγείρουν την φαντασία μου, αφετέρου είναι διαχειρίσιμα, χωρίς να με κάνουν να χαθώ σε αυτά. Ήταν μία πετυχημένη εργασία για μένα, από συγγραφικής άποψης, αλλά και η παράσταση την οποία φτιάξαμε μόνοι μας, μας βοήθησε να εκφραστούμε, να εκτεθούμε και να δούμε στην πράξη τις δυνατότητες και τις αδυναμίες μας. Μετά τα «Ταπεινά Ελατήρια» έγραψα ένα δεύτερο έργο, πιο σύνθετο και φιλόδοξο, το οποίο θα ανεβάσουμε με την ομάδα Kursk στο άμεσο μέλλον.

Είσαι ένας ηθοποιός που έχει εμφανιστεί σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις, σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και στο κινηματογράφο. Ποια από τις τρεις διαδικασίες ξεχωρίζεις και ποια θεωρείς ότι είναι η πιο παραγωγική;
Με ενδιαφέρει περισσότερο ο τρόπος που γίνονται τα πράγματα και λιγότερο τα πράγματα αυτά καθαυτά. Η ελληνική τηλεόραση είναι ένα μαζικό μέσο που λειτουργεί, κυρίως, με εμπορικούς όρους και στόχους. Έχω απολαύσει, κατά περίσταση, κάποιες συμμετοχές μου σε κάποιες δουλειές, αλλά δεν υπήρξα ποτέ συστηματικός τηλεθεατής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στο σινεμά έχουν γίνει κατά καιρούς ενδιαφέροντα πράγματα. Πρόκειται, όμως, για ένα πολύ ακριβό μέσο, με αποτέλεσμα η εξάρτηση του από τον οικονομικό παράγοντα να μη βοηθά τους δημιουργούς να έχουν την τριβή που απαιτείται με το αντικείμενο τους ώστε να εξελιχθούν. Στο θέατρο
συμβαίνει εν πολλοίς το αντίστροφο. Ακριβώς επειδή υπάρχει μεγαλύτερη ευκολία ν’ ανέβει μία παράσταση, αρκετές φορές απουσιάζει ο κόπος και η λεπτότητα που αναλογεί στην διαδικασία. Μπορώ να μιλήσω για μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως μία ταινία που κάναμε με τον Κωστή Σαμαρά η οποία ξεκινάει τώρα το ταξίδι της στα φεστιβάλ, το «Μαγικό δέρμα», την οποία όταν την είδα σε μία δοκιμαστική προβολή ένιωσα πως δεν βλέπω μία ταινία στην οποία συμμετέχω αλλά ένα σπουδαίο έργο. Επίσης μπορώ να μιλήσω για την δουλειά που κάνουμε με την θεατρική ομάδα, αλλά και για μερικούς σκηνοθέτες που έχω συνεργαστεί ή προσδοκώ να συνεργαστώ.

Λόγω των πολλών παραστάσεων που γίνονται τα τελευταία χρόνια, πιστεύεις πως το κοινό σήμερα έχει περισσότερη εκπαίδευση από ό,τι είχε παλιότερα ή χάνεται μέσα σε αυτή τη πληθώρα;
Ζούμε σε μία εποχή νευρωτικού ψεύτο-ντετερμινισμού, όπου η αδυναμία στοχασμού αναλαμβάνεται από την αντίληψη πως η γνώση συνιστά μία γραμμική, προσθετική διαδικασία, γεγονός που για εμένα σημαίνει πως η σχέση μας με το χρόνο έχει διαρραγεί, αφού η τέχνη και πρώτα απ΄ όλα η ζωή, μας διδάσκει πως η έννοια του χρόνου διαπνέεται από μία ασύλληπτη αφαιρετικότητα. Την αδυναμία μας να συλλάβουμε αυτό που μας υπερβαίνει δεν την βλέπουμε ως μία δυνατότητα διόδου στη περιπέτεια της σκέψης, αλλά ως ένα κενό που πρέπει να απαντηθεί, όπως και απαντάται σπασμωδικά με επιφανειακές και ιδεοληπτικές πεποιθήσεις. Θεωρώ πως ένας καλλιεργημένος θεατής δεν είναι αυτός που «ξέρει», αλλά αυτός που όσο θέατρο κι αν έχει δει, επιτρέπει στον εαυτό του να μην ξέρει κι έρχεται με την ελπίδα να εκπλαγεί, να «ηττηθεί», μήπως και έτσι ξανακερδίσει λίγη από την χαμένη του αθωότητα. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν την τέχνη της ανάγνωσης, που έχουν την ικανότητα να εμβαθύνουν στην λογοτεχνία και όχι να σωρεύουν καταναλωτικά συνόψεις, είναι συνήθως και οι άνθρωποι που διατηρούν εσωτερικά έναν χώρο που τους επιτρέπει να συν-κινηθούν.

Τι σε οδήγησε ώστε να σταματήσεις να ασχολείσαι και με τη σκηνοθεσία, πιστεύεις πως είναι κάτι οριστικό ή θα σε δούμε κάποια στιγμή να επιστρέφεις σε αυτό το ρόλο;
Σε σχέση με το θέατρο, όταν γνώρισα την δουλειά του Χάρη Φραγκούλη και μετά τον ίδιο προσωπικά, μου ήρθε στο μυαλό «Ο αποτυχημένος» του Τ.Μπερνχαρτ, όπου δύο πρόσωπα που σπουδάζουν πιάνο με δάσκαλο τον Β.Χόροβιτς, συναντούν στην ίδια σχολή, την ιδιοφυία του Γ.Γκούλντ και κατόπιν αποφασίζουν να τα παρατήσουν. Έτσι κι εγώ όταν γνώρισα τον Χάρη αποφάσισα να μην ασχοληθώ με την σκηνοθεσία στο θέατρο.
Στον κινηματογράφο, έχω κάνει τρεις μικρού μήκους ταινίες. Η τελευταία ήταν πριν δέκα χρόνια σχεδόν. Έκτοτε, έχω κάνει κάποιες απόπειρες για μία μεγάλου μήκους, όμως είτε επειδή δεν το έχω διεκδικήσει αρκετά σθεναρά, είτε επειδή η χρηματοδότηση ταινιών, όπως αυτές που θέλω να κάνω είναι δύσκολη, δεν έχει προχωρήσει μέχρι τώρα
κάποιο από αυτά τα σχέδια.

Η μείωση του budget πιστεύεις πως – κατά συνέπεια – αλλοιώνει και την ποιότητα των παραγωγών;
Νομίζω πως η ποιότητα των παραγωγών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αμοιβές των συντελεστών, δηλαδή τον βαθμό διαθεσιμότητας που τους εξασφαλίζει. Οι καλλιτέχνες του θεάτρου σήμερα, είτε πρέπει να αντλούν πόρους από άλλες πηγές, είτε να δουλεύουν σε πολλές δουλειές παράλληλα, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να εμβαθύνουν όσο θα μπορούσαν στην δουλειά τους.

Πως θα χαρακτήριζες τον καλλιτεχνικό χώρο στην Ελλάδα και εντός υποκριτικής και εκτός.
Πιστεύω πως υπάρχουν αρκετοί ταλαντούχοι άνθρωποι. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι πως αφενός δεν υπάρχουν οι κατάλληλες δομές για να απορροφήσουν και να δώσουν την απαραίτητη ώθηση σε αυτό το δυναμικό και αφετέρου, όπως και σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας, κυριαρχεί η μικροπολιτική, με αποτέλεσμα ό,τι καλό συμβαίνει σε διοικητικό και εκπαιδευτικό επίπεδο να μην έχει συνέχεια.

Αποστασιοποιήθηκες ποτέ συνειδητά από τον χώρο; Σε φόβισε/φοβίζει η υπερέκθεση;
Δεν με ενδιέφερε ποτέ ούτε η δημοσιότητα, ούτε η θέση μου στο καλλιτεχνικό συνάφι, κυρίως για λόγους ιδιοσυγκρασιακούς. Νιώθω περισσότερο ελεύθερος είτε προσωπικά είτε καλλιτεχνικά ως ο κανένας.
Όση δημοσιότητα απέκτησα, ήρθε παρεμπιπτόντως. Υπάρχουν πράγματα που σήμερα θα φρόντιζα περισσότερο να παραμείνουν ιδιωτικά, ωστόσο ό,τι μου ξέφυγε ήταν ακριβώς επειδή ποτέ δεν έπαιρνα στα σοβαρά αυτή την υπόθεση κι ουδέποτε ασχολούμουν.

Ποια πιστεύεις πως είναι η σημαντικότερη στιγμή σου ως ηθοποιός;
Η περίοδος που διανύω τώρα. Αισθάνομαι πιο ενεργητικός από ποτέ και κάνω πράγματα που με γεμίζουν.

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE