Βασίλης Τσιγκριστάρης: «Στη ζωή έχουμε μόνο ένα συνεχές παρόν»

Συνέντευξη: Φώτης Μαραγκός
Φωτογράφιση: Ιωσήφ Αλεξιάδης (didee.gr)

Ο Βασίλης Τσιγκριστάρης συμμετέχει φέτος στο «The Curing room« του David Ian Lee σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά στο θέατρο Vault, ενώ εμφανίζεται και στην ταινία «Έτερος Εγώ» του Σωτήρη Τσαφούλια (Βραβείο Κοινού Καλύτερης Ταινίας/Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2016). Επιπλέον, μετρά συμμετοχές σε αρκετές κινηματογραφικές παραγωγές όπως: «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» και «Το κάλεσμα», καθώς και σε πολλές μικρού μήκους, ανάμεσα στις οποίες και η διεθνώς βραβευμένη «Half Life» του Νικόλα Πουρλιάρου. Θεατρικά έργα του έχουν ανέβει σε Ελλάδα και Κύπρο, συνυπέγραψε με τον Βασίλη Μυριανθόπουλο το σενάριο της ταινίας «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» και φέτος συμμετέχει συγγραφικά στους τηλεοπτικούς «Συμμαθητές» υπό την καθοδήγηση του Γιώργου Β. Φειδά. Σκηνοθετεί επίσης την παιδική παράσταση «Το γιατί των παιδιών φέρνει την ελπίδα» βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Βαγγέλη Ηλιόπουλου, στην παιδική σκηνή του θεάτρου Vault.

Μια παράσταση ωμή, σκληρή και ευαίσθητη ταυτόχρονα. Δεν μπορεί να μη σε επηρεάζουν αυτά τα βράδια σου στο «Curing Room» του Vault. Ο θεατής σίγουρα κουβαλά εικόνες στο σπίτι του. Εσύ, ως ερμηνευτής;
Εμείς έχουμε φτιάξει αυτές τις εικόνες, ίσως τις κουβάλησα σπίτι μου στις πρόβες, όταν δημιουργούνταν, αλλά τώρα πια έχει έρθει αυτή η διαχωριστική γραμμή του ρόλου από τον ηθοποιό. Ευτυχώς οι εικόνες για μένα μένουν πια στην ιστορία του ρόλου και στο θέατρο. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, μπορεί να είναι και άμυνα, αλλά αν δεν γινόταν αυτό θα τρελαινόμασταν όλοι νομίζω.  Σίγουρα επηρεάζομαι ακόμα. Σίγουρα όταν τελειώνει η παράσταση υπάρχει κάθε φορά κάτι που έχει μείνει, αλλά μέσα σε λίγο χρόνο προσωπικής ηρεμίας αυτό σβήνει για να ξαναγεννηθεί απλά στην επόμενη παράσταση.

Ο πόλεμος «καταπίνει» τους ανθρώπους, δίνοντας βήμα στην αρχέγονη φύση τους, τη ζωώδη. Εκτιμάς πως οι ήρωες του «Curing Room» ηθικά δικαιώνονται στο τέλος; Έρχεται κάθαρση γι’ αυτούς;
Νομίζω πως συμβαίνει αυτό ακριβώς που λες, ο πόλεμος «έχει καταπιεί» τους ανθρώπους κι έχει καταστρέψει και την προσωπική ηθική του καθενός – ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της προσωπικότητας του ανθρώπου. Εγώ προσωπικά θεωρώ πως δεν έρχεται η δικαίωση στο τέλος για κανέναν κι αυτό είναι μάλλον και το νόημα του έργου του David Ian Lee. Ο πόλεμος ποτέ δεν οδηγεί σε δικαίωση και φυσικά δεν έχει ηθική. Η «ηθική του πολέμου» είναι απλά ένα κατασκεύασμα για να επικαλύψει τις θηριωδίες. Ωστόσο, δραματουργικά μιλώντας, το κείμενο είναι τόσο αριστοτεχνικά γραμμένο που, ενώ ως απλοί άνθρωποι δεν βρίσκουμε καμία δικαίωση, ο κάθε ρόλος ξεχωριστά έχει τη δική του προσωπική κάθαρση. Την «των τοιούτων παθημάτων» κάθαρση με την έννοια που έχει δώσει ο Αριστοτέλης στην αρχαία τραγωδία. Αυτοί οι ήρωες παραβιάζουν νόμους, τόσο ανθρώπινους, όσο και ηθικούς (δεν θα πω «θεϊκούς»), φτάνουν στην έσχατη λύση, την ανθρωποφαγία και εντέλει έρχεται όντως η κάθαρση, χωρίς να μπορούν να ελπίζουν σε κανέναν «από μηχανής θεό». Αυτός ο «από μηχανής θεός» έρχεται μεν, αλλά έρχεται πολύ αργά, ακριβώς για να τονίσει ότι η κάθαρση γι’ αυτούς έπρεπε να έρθει πολύ νωρίτερα, ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τους σώσει πια.

Το γυμνό είναι σίγουρα εμπορικό. Η προσωπική μου γνώμη, ως θεατής, είναι πως μετά τα πέντε λεπτά, αυτό δεν διακρίνεται. Είχε πολλές δεύτερες σκέψεις το ξεγύμνωμα επί σκηνής;
Η αλήθεια είναι πως όχι, ο προβληματισμός ήταν πραγματικά ελάχιστος, ακριβώς γιατί το γυμνό είναι η πρώτη συνθήκη του έργου. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς και εφόσον μιλάμε και για αληθινά γεγονότα, δεν μπορείς να αλλάξεις την ιστορία, έτσι δεν είναι; Είμαστε σε μια εποχή που το γυμνό – σε τέτοιες περιπτώσεις τουλάχιστον – δε θα έπρεπε να θεωρείται taboo. Ταυτόχρονα φυσικά, συντέλεσε σε αυτό και ο χειρισμός του από το σκηνοθέτη μας, το Δημήτρη Καρατζιά. Υπάρχει λόγος για το γυμνό και κανείς μας δεν εκτίθεται, άρα δεν υπήρξε κανένας περαιτέρω προβληματισμός. Χωρίς να θέλω να ακουστώ βαρύγδουπος, το «ψυχικό» ξεγύμνωμα ήταν πολύ πιο δύσκολο για όλους μας. Η προσωπική σου γνώμη είναι αυτή που ευτυχώς ακούμε και γενικά, κανένας θεατής δεν έχει μείνει στο γυμνό. Αν συνέβαινε αυτό, θα είχαμε χάσει κι εμείς ένα μεγάλο στοίχημα.

Θα χαρακτήριζες το κοινό έτοιμο να δώσει ευκαιρίες; Θα έλεγες πως είναι ανεκτικό σε καινοτομίες και ικανό να προσπεράσει την πρώτη εντύπωση σε ένα έργο;
Το κοινό είναι πάντα έτοιμο να δώσει ευκαιρίες, εμείς οι καλλιτέχνες δεν είμαστε πάντα τόσο ευγενικοί μαζί του. Οπότε καμιά φορά γίνεται δύσπιστο και φταίμε κι εμείς σε αυτό. Ειδικά στην εποχή μας όμως, το θεατρικό κοινό της Ελλάδας – και δη της Αθήνας – νομίζω πως είναι πολύ ανεβασμένο πολιτιστικά, έτοιμο για καινοτομίες και έχει όλη την καλή θέληση να προσπεράσει την πρώτη εντύπωση σε ένα έργο. Εφόσον δεν το κοροϊδεύεις, φυσικά! Πιστεύω πως αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει πλέον να είμαστε περήφανοι στην Ελλάδα, το κοινό των παραστάσεων είναι όλο και πιο εκπαιδευμένο.

Η κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης και ερεθισμάτων για το θέατρο;
Φυσικά, αρκεί να μην μένουμε μόνο σε αυτήν. Όλες οι κρίσεις στην παγκόσμια ιστορία έχουν γεννήσει αριστουργήματα, ακριβώς γιατί κάθε μορφή τέχνης πηγάζει από την ιστορική και κοινωνική συνθήκη που την γέννησε. Το θέατρο ακόμα περισσότερο, γιατί είναι ένας ζωντανός οργανισμός, είναι πάντα στο «εδώ και τώρα» και σε ταραγμένες κοινωνικά περιόδους (νομίζω ότι διανύουμε μια τέτοια) δίνει το «παρόν», εμπνέεται και βοηθάει πάντα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο. Είτε ως ανακούφιση, είτε ως περαιτέρω προβληματισμός.

Σε μια τέτοια, δύσκολη οικονομική περίοδο, ο νέος ηθοποιός αναγκάζεται να κάνει «εκπτώσεις» στα θέλω του;
(γέλια) Δυστυχώς και όχι μόνο σε μια τέτοια δύσκολη, οικονομική περίοδο. Οι ηθοποιοί ήταν και είναι πολλές φορές στον αέρα. Απλά η δύσκολη, οικονομική περίοδος επέτεινε λίγο περισσότερο αυτή την ανασφάλεια. Όπως σε κάθε επάγγελμα, υποχωρήσεις θα κάνεις φυσικά. Αλλά νομίζω πως τελικά δε χρειάζεται να κάνεις μεγάλες «εκπτώσεις», απλά πρέπει να έχεις συνείδηση του τι θέλεις και να κοιτάς προς τα ‘κει. Όταν ξεκινάει κανείς ως ηθοποιός, πρέπει να έχει ένα ισχυρό κέντρο γνώσης του εαυτού του, να ξέρει πού θα βαδίσει, να ξέρει ποιες είναι οι (θεμιτές) «εκπτώσεις» και ποια τα (αθέμιτα) «ξεπουλήματά» του.

H αίσθησή μου είναι πως ποτέ πριν δεν υπήρχε τέτοιος πολιτιστικός πλουραλισμός στην πόλη. Μήπως ο πολιτισμός είναι μια αναγκαία εκτόνωση σε δύσκολες εποχές;
Σίγουρα. Ευτυχώς πάντα ήταν και πιστεύω πως πάντα θα είναι. Ο κόσμος έχει ανάγκη έκφρασης, έχουμε κλειστεί όλοι τόσο πολύ στον εαυτό μας, στην περίεργη οικονομική συνθήκη και πίσω από έναν υπολογιστή, που αυθόρμητα χρειαζόμαστε κάτι να μας βγάλει από αυτόν τον άκρατο τεχνοκρατισμό που μας περικυκλώνει. Χρειαζόμαστε και την ομορφιά και την πνευματικότητα και την ψυχαγωγία και την διασκέδαση και αυτό κοντεύαμε να το ξεχάσουμε. Μαθαίνουμε ξανά ότι δεν είναι κακό πράγμα η εκτόνωση. Ίσα-ίσα.

Είσαι αισιόδοξος; Εκτιμάς πως όλα θα πάνε καλύτερα;
Είμαι πεισματικά αισιόδοξος. Φύσει αισιόδοξος. Τα πράγματα δεν μπορούν παρά να πάνε καλύτερα. Ό,τι είναι μπροστά μας είναι σίγουρα καλύτερο, ακόμα κι αν μας δυσκολέψει λίγο. Σίγουρα μπορεί να έρθουν και κακά πράγματα, αλλά κι αυτά θα είναι για να διορθώσουν ή να μας διδάξουν κάτι. Η εξέλιξη είναι κάτι καλό. Και στην τελική, το μόνο που έχουμε σε αυτή τη ζωή είναι ένα συνεχές «παρόν» (το παρελθόν και το μέλλον δεν είναι υπαρκτά), ας μην το «μαυρίζουμε» με μια συνεχή απαισιοδοξία!

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE