Chris Child: Καλλιτεχνική εξέλιξη μέσα από τη house μουσική

Συνέντευξη: Μπάμπης Παπαναστασάτος
Φωτογράφιση: Αγγελική Καλαμαρά

Ευχαριστούμε θερμά το Ρομάντσο (Αναξαγόρα 3-5) για την παραχώρηση του χώρου.

Ο Chris Child μυήθηκε στο χώρο της μουσικής από μικρή ηλικία, αφού αποτελούσε για εκείνον ένα παιδικό όνειρο. Μπορεί σήμερα η συλλογή του από cd και βινύλια να αγγίζει τον αριθμό των πέντε χιλιάδων, όμως εκείνο που δεν μπορεί να ξεχάσει είναι το πρώτο του cd, δώρο της θείας του. Ένα cd που τον εισήγαγε στο μαγικό κόσμο της μαύρης μουσικής.

«Όλα ξεκίνησαν μέσα από την αγάπη μου για το ραπ», εξομολογείται. «Θυμάμαι την πρώτη μου επαφή μ’ αυτό το είδος μουσικής, λίγο πριν τα 14 μου, όταν η θεία μου μου έκανε δώρο ένα δίσκο των RUN DMC». Τότε μάλιστα συνειδητοποίησε ποιο είδος μουσικής τον εξιτάρει. «Ήταν σαν να έχω πάρει το κόκκινο χάπι από την ταινία Μάτριξ και να μου ανοίχτηκε ένας ολοκαίνουριος κόσμος». Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ξόδευε όλο το χαρτζιλίκι του στην αγορά δίσκων, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που το έσκαγε από το σπίτι τα βράδια για να πάει σε κάποιο club, καταλήγοντας να κοιμάται σε κάποιο… παγκάκι, μέχρι να έρθει η ώρα να πάει σχολείο, αφού όπως εκμυστηρεύεται: «Στη μητέρα μου έλεγα ότι θα κοιμηθώ στη γιαγιά μου και στη γιαγιά μου, ότι θα κοιμηθώ στη μητέρα μου».

Ο Chris τελικά δεν έγινε ράπερ και μεγαλώνοντας η επιθυμία του αυτή σταμάτησε να υπάρχει. Το γεγονός όμως ότι ασχολήθηκε με την house μουσική το οφείλει στο ραπ. «Η house μουσική είναι η ωριμότητα ενός ραπ ακροατήΓια μένα το djing είναι στο μυαλό μου η μετεξέλιξη του ραπ. Εξάλλου δεν μπορείς να μιμείσαι πρότυπα και καταστάσεις ξενόφερτα, που ουσιαστικά έχουν διαμορφωθεί σε άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες – γεωγραφικά και πολιτιστικά».

Παίζοντας ήδη πολλά χρόνια μουσική, την οριστική απόφαση να ασχοληθεί μόνιμα με εκείνη – είτε του εξασφαλίζει τα προς το ζην, είτε όχι – την πήρε κατά τη διάρκεια της θητείας του στο στρατό. Μια μέρα είδε στην τηλεόραση ένα βίντεο κλιπ κάποιων djs το οποίο διαδραματιζόταν στο Miami. «Αυτό ήταν», μας λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Έπρεπε να πάω στο Μαΐάμι εκείνη τη στιγμή». Όπερ και εγένετο. Με μια άδεια δέκα ημερών από το στρατό, ο Chris βρέθηκε τελικά στην Αμερική και στο θρυλικό club Liv, να ακούει live τον Steve Angello, με τους David Guetta, Tiesto και άλλους να βρίσκονται μαζί του στο booth. Γυρνώντας πίσω στην Ελλάδα, ήταν σίγουρος… Αυτό ήταν που ήθελε να κάνει στη ζωή του. Να ασχολείται με τη μουσική και να επικοινωνεί με τον κόσμο μέσω των decks και της μουσικής του.

Σήμερα στο ενεργητικό του μετρά συνεργασίες με το Νίκο Βουρλιώτη στο ραδιόφωνο,  ένα δίσκο με το Στέλιο Ρόκκο πέντε φορές πλατινένιο, αλλά και ένα δικό του δίσκο, ελληνικής παραγωγής, που γνώρισε τεράστια επιτυχία στο εξωτερικό, φτάνοντας στην τέταρτη θέση του beatport, ίσως ένα από τα διασημότερα μουσικά δισκοπωλεία γύρω από την ηλεκτρονική μουσική και αφήνοντας πίσω τεράστια ονόματα όπως τον Solomun

Μάλιστα δεν απορρίπτει το ενδεχόμενο να δουλέψει στο εξωτερικό. Εξάλλου, έχει ταξιδέψει αρκετά και γνωρίζει πώς λειτουργούν τα πράγματα. Προτιμά πολλές φορές να διαθέσει τα χρήματά του για να ταξιδέψει κάπου, έστω και για ένα βράδυ, με στόχο να ακούσει έναν dj που θαυμάζει. Αν του έλεγαν να επιλέξει ένα dj και να παίξει μαζί του, αυτός χωρίς αμφιβολία θα ήταν o Carl Cox, o oποίος έχει εδραιωθεί στο χώρο μέσα από μια σταθερή πορεία χρόνων. Το ιδανικότερο σενάριο για εκείνον θα ήταν να παίξει κάποιο καλοκαίρι στην Ίμπιζα.

Όσο για την ελληνική μουσική σκηνή, φυσικά υπάρχουν αρκετοί dj που θαυμάζει, ωστόσο, δεν έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από Έλληνες καλλιτέχνες, με την ταυτότητά του να αποτελεί ένα κράμα από καλλιτεχνικά ερεθίσματα. Διαβάζει βιβλία, παρακολουθεί τα καλλιτεχνικά δρώμενα, ενώ πηγή έμπνευσης για εκείνον μπορεί να αποτελέσει οποιαδήποτε στιγμή της καθημερινότητάς του. Του αρέσει να ακούει ανθρώπους που δεν ασχολούνται με την μουσική, που μπορεί να μην τους ξέρει καν, καθώς πιστεύει ότι μια κουβέντα που θα του πουν, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για τον ίδιο μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα. «Για μένα είναι ίδιο πράγμα ο λαντζιέρης, που είναι ένας αφανής ήρωας, και ίδιο πράγμα ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης, επιχειρηματίας κ.ο.κ… Έχω μάθει να ακούω τον κόσμο και να αφουγκράζομαι το τι έχει να μου πει ο καθένας, να τους αντιμετωπίζω όλους το ίδιο, χωρίς ίχνος ελιτισμού, γιατί ο καθένας κουβαλάει έναν μοναδικό θησαυρό γνώσης και εμπειρίας, που μπορεί να στον μεταδώσει. Δεν έχω σνομπισμό με το τι είναι ο καθένας».

Όπως παραδέχεται, η μουσική τον βοηθά να γίνεται καλύτερος άνθρωπος και να εξελίσσεται. Γι’ αυτόν το μεγαλύτερο κέρδος της μουσικής είναι η επικοινωνία. Μέσα από εκείνη μεταδίδει συναισθήματα και «συνομιλεί» με τους ακροατές. Όσο για το κατά πόσο είναι εύκολο να μπεις στο χώρο, ο Chris πιστεύει ότι όλα είναι θέμα συγκυρίας και timing. Ύστερα, μέσα από σκληρή δουλειά μπορείς να καθιερωθείς. Ένα παιχνίδι της τύχης είναι τα πράγματα που προκύπτουν στη ζωή μας και μέσα από ένα απίστευτο timing προέκυψε και η συνεργασία του με το Γιώργο Μαζωνάκη.

Τον περασμένο Οκτώβριο ο Chris ταξίδεψε στο Βερολίνο. Ένα πρωί λοιπόν, σημείωσε μερικούς στίχους σε μια εφημερίδα, λέγοντας στην παρέα του ότι αυτό το τραγούδι θα ταίριαζε στη χροιά και την ερμηνεία του Γιώργου Μαζωνάκη. Μία ώρα μετά από την προσγείωσή του στην Ελλάδα, το τηλέφωνό του χτύπησε και ένα μέλος από την ομάδα του Γιώργου Μαζωνάκη του πρότεινε κάτι τελείως διαφορετικό. Ο Chris δέχτηκε την πρότασή του κι έτσι σήμερα ο κόσμος έχει τη δυνατότητα να τον απολαύσει στο Σημείο G, και σε μια πρωτοποριακή προσπάθεια για τα ελληνικά δεδομένα, με την ανταπόκριση του κοινού να είναι αρκετά καλή.

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE