Mary in Athens

Τυχαία σειρά. Shuffle. Κάπως έτσι είναι η Αθήνα. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ.

Έχω βρεθεί άπειρες φορές στην ίδια κουβέντα, με ανθρώπους που ζουν ή έζησαν στο εξωτερικό, που θέλουν να φύγουν ή έφυγαν και υποστηρίζουν πως αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα, δεν το βρίσκεις έξω. Ναι, αν εννοούν ότι ο κόσμος έρχεται «κοντά» επειδή αναγκάζεται να περπατήσει σε ανύπαρκτο πεζοδρόμιο, οπότε η κατάσταση φτάνει μέχρι τη σωματική επαφή, τότε έχουν δίκιο, δεν το βρίσκεις αλλού.

Όχι, εννοούν το τυχαίο, το «αλλού ξεκίνησα και αλλού κατέληξα», το κάθε βράδυ είναι περιπέτεια, το αλλοπαρμένο timing που δημιουργεί η πόλη, το όλα είναι πιθανά, το αγχολυτικό «ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει». Σκέφτομαι σιωπηλά ότι είναι τρελοί, γιατί θεωρώ πως όλα έχουν «βουλιάξει» μέσα στη δίνη μιας απίστευτης βαρεμάρας.

Τα τελευταία χρόνια μου είναι πολύ δύσκολο να θυμηθώ ότι κάποτε διασκέδαζα από ψυχής στην Αθήνα. Το κακό είναι ότι πλέον δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν περνούσα καλά οπουδήποτε γιατί απλά ένιωθα ανέμελη ή αν όντως έχει αλλάξει ο τρόπος που η πόλη ψυχαγωγεί τον εαυτό της. Σίγουρα φταίω κι εγώ. Είμαι και νιώθω πιο κουρασμένη από ποτέ, δεν πιστεύω ότι μπορώ να διασκεδάσω ελεύθερα πλέον (#τέβε) και μεγαλώνοντας, έχω κλείσει τόσο πολύ τον κύκλο των ανθρώπων μου, που έχω φτάσει στο σημείο να αναρωτιέμαι αν αυτό είναι τελικά καλό ή κακό, καθότι κάποτε φήμες με ήθελαν τον απόλυτο «μίνγκλερ».

Υπήρχε μια εποχή που βγαίναμε χωρίς σκοπό – ή τουλάχιστον εγώ – χωρίς να μας ταλαιπωρεί τόσο πολύ το πρωινό ξύπνημα και σίγουρα μετά από δυο ποτέ δεν ήμασταν σαν σύκα πεσμένα κάτω από το δέντρο. Ή τουλάχιστον εγώ. Κάποιοι φίλοι έχουν ακόμα ενέργεια να δώσουν στα ανελέητα ξενύχτια, τα τσιγάρα και το γιόλο ενώ εγώ πλέον κάνω το βράδυ πρωί, μια φορά το μήνα και περνάω και μια μέρα αυτοτιμωρίας λέγοντας περίπου 192 φορές από μέσα μου «αυτή ήταν η τελευταία φορά και που βγήκες και που ήπιες και που κοινωνικοποιήθηκες».

Είναι η πόλη ή είναι η ηλικία των 32 και βάλε, Κυρ Στέφανε; Είναι που όλος ο κόσμος περνάει μια απίστευτη μιζέρια, ψάχνοντας ένα «κλαράκι» ελπίδας να πιαστεί, ξεχνώντας ότι χρειάζεται να αφήνεται στις συγκυρίες που και που; Είναι που κανείς δεν έχει χρήματα να υποστηρίξει ένα παλαιότερο lifestyle πλέον; Είναι που δεν έχουμε κάτι καινούργιο να πούμε, εκτός από την αρίθμηση των ψυχοσωματικών μας ή είναι που χάθηκε η περιπέτεια στην Αθήνα; Ή μήπως φταίει που σταματήσαμε το χορό;

Η αλήθεια είναι πως αυτό το κείμενο δεν έχει κανένα σκοπό να μαυρίσει καμία περδικούλα, μόνο να αναρωτηθεί γιατί απλά δεν περνάμε καλά σε συχνότητα ενώ έχουμε όλα τα φόντα να το κάνουμε – κι ακόμα παραπάνω. Πριν δυο εβδομάδες, Παρασκευή βράδυ αποφάσισα να βγω μόνη μου. Όχι, δεν πήγα μόνη μου σε ένα μπαρ να πιω ουίσκι (κάτι που θέλω να κάνω μέσα στο 2017) απλά ήξερα ένα-δυο σημεία που βρίσκονταν φίλοι και γνωστοί και χωρίς να έχω ραντεβού με κανέναν, μόνο μια απλή επιβεβαίωση του ότι θα είναι στο τάδε μέρος. Πήρα το αυτοκίνητο και αποφάσισα ότι θα κάνω/πάω όπου νιώθω, όποτε το θελήσω. Άκρως αγχολυτικό, αν σκεφτείτε ότι δεν είχα την υποχρέωση να ρωτήσω κάποιον αν επιθυμεί να συνεχίσει ή αν περνάει καλά.

Έφτασα στο Μπενάκη, σε μια έκθεση design και πραγματικά μέχρι σήμερα δεν έχω ιδέα τι είδα, καθότι το χωριό μου δεν βγάζει αρχιτέκτονες. Κι όμως, βγήκα έξω να πάρω ένα ποτήρι κρασί και βρήκα έναν πολύ καλό φίλο – απ’ αυτούς που αγαπάς αλλά βλέπεις μια φορά το χρόνο – και απήλαυσα κάθε λεπτό της συνομιλίας μας, γιατί είχε μέσα μια ουσιαστική ειλικρίνεια που δεν σε προσβάλλει και που χάνεται μέσα στην καθημερινότητα. Τυχαία αρχίσαμε να βλέπουμε και οι δυο γνωστά πρόσωπα και το μικρό κρυμμένο τραπεζάκι που είχαμε πιάσει στη γωνία γέμιζε συνέχεια με νέα πρόσωπα που εναλλάσσονταν, σαν να παίζαμε μουσικές καρέκλες. Ενδιαφέρουσες ιστορίες ακούγονταν από παντού, επαγγελματικές καλοτυχίες, αστείες καταστάσεις και τελείως αβίαστα ένα αίσθημα ανθρώπινης ελευθερίας υπήρχε πάνω από τα κεφάλια μας.

Έφυγα γεμάτη ικανοποίηση και με ένα χαμόγελο που θα έκανε τον Τζόκερ να φαίνεται γατάκι και πήγα σε ένα wine bar στο Κουκάκι, όπου τελευταία στιγμή ένας πολύ καλός φίλος αποφάσισε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Διαφορετική φάση και άλλη γκάμα ανθρώπων, ένιωσα τη ζεστασιά της μάζωξης αλλά και των πιο οικείων αστείων, που ξεπερνούν τα όρια. Ακριβώς όπως μου αρέσουν. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως αν έπρεπε να γυρίσω σπίτι τώρα, θα ήμουν εξαιρετικά ικανοποιημένη και γεμάτη με την έξοδό μου, κάτι που με τροφοδότησε με ικανοποίηση. Το τηλέφωνο χτύπησε και τα παιδιά από την έκθεση με περίμεναν στη Λόλα, στα Πετράλωνα. Δεν μου πέρασε από το μυαλό να αρνηθώ, έβαλα δυνατά τη μουσική στο αυτοκίνητο και έφυγα. Βρήκα το μαγαζί απελπιστικά γεμάτο, αλλά ήταν από εκείνες τις φορές που δεν μπαίνεις στον κόπο να γκρινιάξεις, γιατί ακόμα και μέσα στο στριμωξίδι όλοι δείχνουν ανάλαφροι και κουλ. Έτσι ακριβώς έγινε, άρχισα να φιλοσοφώ, να μιλάω ακατάπαυστα, να πίνω μπύρες, να κάνω ακραίο χιούμορ κι όλα αυτά σε συσκευασία πινγκ πονγκ στο κάτω μέρος του μαγαζιού, όπου ήταν αδύνατο να χτυπήσω το μπαλάκι.

Έφυγα ακόμα πιο πλήρης και χαρούμενη και τότε σκέφτηκα, γιατί να μην παίξω ένα παιχνίδι με τον εαυτό μου. Ήξερα ότι μια φίλη θα γιόρταζε τα γενέθλιά της και ήθελα να τα προλάβω, αλλά δεν ήξερα αν θα βρω να παρκάρω στου Ψυρρή. Είπα στον εαυτό μου πως αν έβρισκα να παρκάρω με την πρώτη προσπάθεια, θα πήγαινα στο μαγαζί, αλλιώς θα έφευγα. Έμοιαζα αλλόκοτη αλλά χαρωπή και μπήκα με φόρα στο Barrett αλλά δυστυχώς η γενεθλιάζουσα παρέα είχε φύγει και μάλλον είχε έρθει και η δική μου ώρα. Βγήκα έξω από το μαγαζί και ξεκίνησα προς το αυτοκίνητο, όταν άκουσα μια φωνή να λέει το όνομά μου. Αντίκρισα ένα γνωστό πρόσωπο αλλά κυρίως αντίκρισα ένα απίστευτα αγαπημένο ζευγάρι ματιών δίπλα του κι έτσι τυχαία βρήκα την παρέα μου. Ήταν 4 το πρωί και εμείς γελούσαμε, φλερτάραμε και ανταλλάσσαμε μυστικά μέχρι το ξημέρωμα.

Η ώρα ήταν έξι και μισή το πρωί και με βρήκε να γυρνάω σπίτι με μάτια απενεχοποιημένα, ενέργεια δέκα ανθρώπων, πεπεισμένη ότι δεν φταίει η Αθήνα που εγώ περνάω μουντρουχιασμένες μέρες, σίγουρη πως για ό,τι λάθος έκανα στη ζωή μου είμαι διπλά περήφανη, θυμωμένη που οι καθημερινές νόρμες μου κόβουν τα φτερά σε επίπεδο δημιουργικότητας και έτοιμη για να πέσω με την μούρη μέσα σε μια πρόκληση.

Έχω δυο εβδομάδες να βγω. Προσπαθώ να διεγείρω τον εαυτό μου και να αναπαράγω το συναίσθημα «whatever», εκείνης της Παρασκευής. Τελικά τι φταίει, εγώ, εσείς, οι άλλοι ή η Αθήνα;

Μη με κρίνεται. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που γκρινιάζει για τα μικροπράγματα. Μια σοφή κοπέλα, είπε κάποτε ότι αυτό είναι υγιές.

Αν με πετύχετε έξω μην διστάσετε να με χαιρετήσετε, θα είμαι ευγενική.

Μαίρη Ρετσίνα

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE