Έσσλιν, Έσσλιν είσαι εδώ;

Συνέντευξη Μάτα Λίτου
Φωτογράφιση: Ιωσήφ Αλεξιάδης

Μπορεί να γεννήθηκε το ’84, πάντως όχι το ’83 ή το ’85. Ίσως να πέρασε 9 χρόνια από τη ζωή της στη Βαρκελώνη. Φήμες λένε ότι μία φορά είδε από κοντά έναν αληθινό ελέφαντα. Το μόνο σίγουρο πάντως για την Κατερίνα Έσσλιν, αυτό που οφείλουμε να σου πούμε και πρέπει να γνωρίζεις, είναι ότι στα ράφια των βιβλιοπωλείων υπάρχουν τρία δικά της βιβλία «Ο μισός βέσπα», το «Γαμ.» και το «32 Δεκεμβρίου» με ιστορίες του ενός λεπτού που προλαβαίνουν όντως να σου αλλάξουν τη ζωή.

Εμείς πάλι, επειδή είμαστε αχόρταγοι και άπληστοι, αφού κατάπιαμε αμάσητες – και μας στάθηκαν στο λαιμό – τις 356 σελίδες που έχει εκδώσει συνολικά, κάνουμε μία προσπάθεια να τη μάθουμε, για την ακρίβεια να την αποκρυπτογραφήσουμε, κλέβοντάς της λίγες ακόμη λέξεις και χρόνο, απαντώντας μας σε ένα σετ ερωτήσεων κομμένο και ραμμένο – ελπίζουμε – στα γούστα της.

DJ3A6091

Σου συστήνομαι και έχεις 30” για να με εντυπωσιάσεις. Τι μου λες για σένα;
Κρατάω μισού λεπτού σιγή. Είναι τόση πολλή η προσπάθεια εντυπωσιασμού εκεί έξω, ειδικά στα social media, που μόνο βουλώνοντάς το πρωτοτυπείς ουσιαστικά. Τελευταία κάνω προσπάθεια να λέω όλο και λιγότερα, σαν αντίδοτο στην τόση φλυαρία. Μικρότερη ήμουν λεξιλάγνα, μιλούσα διαρκώς, ενώ τώρα, όταν λέω πολλά, ντρέπομαι, νιώθω λίγη, γελοία, σαν να υπηρετώ την άπληστη γενικευμένη ηχορύπανση.  Εναλλακτικά με τη σιγή, βάζω μπροστά σου έναν καθρέφτη. Το να εντυπωσιάσουμε κάποιον δεν είναι δική μας ευθύνη ακριβώς, δεν έχει να κάνει με το τι έχω κάνει στη ζωή μου εγώ ή αν έχω ή δεν έχω προσωπικότητα εγώ, αλλά με το τι απασχολεί τον παρατηρητή μου τη δεδομένη στιγμή. Με projections λειτουργούμε και νομίζω πως μόλις το καταλάβουμε, η ανάγκη για εντυπωσιασμό αφοπλίζεται.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με το γράψιμο και πότε;
Έχει σχήμα μπάλας όλο αυτό, δεν έχω ιδέα που αρχίζει. Πρόκειται για προεγκατεστημένο λειτουργικό, οπότε προφανώς ξεκίνησε όπως ακριβώς θα τελειώσει, χωρίς κανένα προειδοποιητικό μπιπ ή κόκκινο λαμπάκι ή με εμένα συνειδητά παρούσα. Την ώρα που γράφω είμαι λίγο σαν μαριονέτα. Κουνάω αυτοματοποιημένα τα χέρια μου πάνω στον πληκτρολόγιο και συναντάω την κάθε ιστορία επιτόπου, σαν να είναι ήδη κάπου και να τρακάρουμε τυχαία στον δρόμο. Η γραμμική απάντηση είναι ότι νήπιο, αντί για λουλουδάκια ζωγράφιζα την αλφαβήτα, μετά έγραφα ραβασάκια και ποιηματάκια, μετά έγραφα όλη μέρα κατεβατά ημερολόγια, μετά έγραφα τις γνωστές «καλές εκθέσεις», μετά έγραφα σε περιοδικά, μετά έγραφα σενάρια για διαφημίσεις, μετά έγραφα πεζοποιήματα στο blog μου, μετά βιβλία, μετά θέατρο, μετά δεν ξέρω.

Είσαι από τους συγγραφείς που καταγράφουν ιδέες, φράσεις, ατάκες σε κινητά, σε ηχογραφήσεις, σε χαρτάκια, παραχαρτάκια, πακέτα από τσιγάρα ή χαρτοπετσέτες, όπως κάνει η Ζατέλη; Αν πάλι δεν είσαι από αυτούς, εσύ τι κάνεις;
Ο αυτοματοποιημένος τρόπος που ανέφερα σημαίνει κατά βάση ότι είμαι από τους άλλους. Όμηρος της ελευθερίας – ή του χάους, όπως το δει κανείς. Έχω πάντα μαζί μου σημειωματάριο και μολύβι αλλά δεν σημειώνω, δεν έχει νόημα. Ό,τι και να σημειώσω μέχρι να πάω σπίτι θα είναι σαν να γράφτηκε με αόρατο μελάνι. Με το που θα κάτσω ν’ αναπτύξω μια σημείωση – όταν τελικά κάτσω, γιατί είμαι και πρωταθλήτρια αναβλητικότητας – η ιδέα θα έχει μεταμφιεστεί σε κάτι εντελώς άλλο. Αν τώρα τύχει να σημειώσω κάτι, αυτό θα είναι συνήθως μια κωδική φράση, που για μένα θα κουβαλάει έτοιμη την ιστορία. Ας πούμε: «Μια γυναίκα γίνεται άγαλμα». Για σας, μια φράση με 4 λέξεις. Για μένα, η κάθε μια από αυτές τις 4 λέξεις κρύβει στις τσέπες τις από 1000 λέξεις έκαστη, σύνολο 4000 λέξεις.

Περίγραψε μου τον εαυτό σου στη διαδικασία συγγραφής μιας ιστορίας. Πού είσαι; Πού κάθεσαι; Με τι γράφεις; Τι ακούς; Τι τρως, τι πίνεις; Και τέλος, ποια είναι η πρώτη κίνησή σου μόλις συνειδητοποιείς ότι στο μυαλό σου τριγυρίζει η έμπνευση ή η τέλεια ιδέα;
Ωραία. Καταρχάς ακούω μια φωνή μέσα μου που μου λέει «ρε γαμώτο τι με βρήκε, ώχου πάλι». Κι ας πούμε ότι γράφω τώρα. Έχω σίγουρα πιασμένα πρόχειρα τα μαλλιά μου ψηλά, φοράω λευκό αντρικό πουκάμισο, χρυσά δαχτυλίδια της γιαγιάς μου, κόκκινο κραγιόν, είμαι μπροστά στο MacBook, το γραφείο μου είναι ή στο κρεβάτι μου ή στο πάτωμα (το laptop θα είναι ακουμπισμένο πάνω σ’ έναν δίσκο που έχω για πρωινό στο κρεβάτι και παίζει τον ρόλο του γραφείου). Είναι σίγουρα ή πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, τρώω μερέντα, πίνω νερό ή λεμονάδα ή τίποτα. Παρεμπιπτόντως, καφέ, αλκοόλ, τσιγάρο, ναρκωτικά, φόνο και τέτοια, ποτέ στη ζωή μου ούτε για δοκιμή. (Αυτό θα έπρεπε να το απαντήσω εκεί που μου ζήτησες να σε εντυπωσιάσω. Ποτέ και τίποτα, σοβαρολογώ.) Τώρα, όσον αφορά στην τέλεια ιδέα, είπαμε, δεν ξέρω αν προϋπάρχει, είναι επί τόπου συνάντηση. Και, ευτυχώς, κατά κανόνα, στην πίσω πλευρά του ενδιαφέροντος.

DJ3A6095

Ποια πιστεύεις ότι είναι η συνταγή, τα συστατικά για ενδιαφέρουσες ιστορίες και βιβλία;
Οι σωστοί αναγνώστες τη σωστή στιγμή. Είπαμε, είναι θέμα του παρατηρητή. Για μένα, τώρα, τα σημαντικά είναι  οι χαρακτήρες, ο ρυθμός και η γλώσσα, παρά οι περιπέτειες στην αφήγηση ή κάποια εντυπωσιακή ανατροπή. Οι χαρακτήρες πρέπει να είναι αληθινοί σαν να πρόκειται σε λίγο να φλυαρήσετε στο τηλέφωνο για τα κοινόχρηστα, ο ρυθμός πρέπει να είναι ανθρακούχος, χίπιτι χοπ, και η γλώσσα να έχει ταυτότητα και, κυρίως, να είναι ενσωματωμένη στην ιστορία. Όπως το βιώνω εγώ τουλάχιστον, δεν είναι κατασκευή ΙΚΕΑ η λογοτεχνία, από εδώ τα ξύλα από εκεί οι βίδες. Όχι. Είναι όλο κόμπακτ, γλώσσα, φόρμα και περιεχόμενο, αυτό που εγώ αποκαλώ ρυθμό, όλο ένα, έτοιμο, πάρτε το, γεια σας. Σε κάθε περίπτωση, μου είναι πιο σημαντικό το πώς θα πω κάτι παρά το τι θα είναι αυτό στη λεπτομέρειά του, γι’ αυτό άλλωστε νομίζω ότι μια ιστορία μπορεί να είναι πιο πλήρης με εικοσιπέντε λέξεις παρά με τριάντα. Καλύτερα να υπάρχει μια ελλειπτικότητα, μια αποταμίευση λόγου, να συμπληρώνει ο αναγνώστης με το δικό του μάτι και τη δική του καρδιά αυτό που έχει ανάγκη να πάρει. Επίσης, μια ιστορία δεν πρέπει ποτέ να εξηγεί. Δεν είναι λυσσάρι, δεν είναι εκεί για να τη διαβάσεις και μετά να δώσεις διαγώνισμα τι κατάλαβες. Είναι εκεί για να νιώσεις έναν κραδασμό και μετά αντίο, να μας ξανάρθετε.

Πού ξετρυπώνεις τους τίτλους των βιβλίων σου, παράδειγμα το «Γαμ.». Αλήθεια γιατί «Γαμ.»;
Οι τίτλοι των βιβλίων μου έχουν πάντα κάτι το μισό, το εκκρεμές, το απότομο. Πιστεύω ότι το ανολοκλήρωτο και ο αιφνιδιασμός είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη αλήθεια κι επιπλέον σου κερδίζουν χρόνο, πριν την ολοκλήρωση μιας πράξης, ώστε, αν χρειάζεται, να τη μετριάσεις. Το «Γαμ.» είναι αυτό που θα έμενε αν πριόνιζες στη μέση τη λέξη Γαμώτο. Γιατί να πεις γαμώτο αν μπορείς να πεις σκέτο γαμ; Γενικά, γιατί να αναθεματίσεις; Η τελεία που μπαίνει είναι σαν να σκοντάφτεις πάνω στο ανάθεμα, σαν να θέλεις να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία σε κάτι που πήγε στραβά. Στο «Γαμ.», παρότι πηγαίνουν πολλά πράγματα στραβά, νιώθεις μια γλύκα τελικά, θα μπορούσε να λέγεται και «Ουφ» ή να λέγεται «Οδηγίες Μετρήματος Ως Το Δέκα». Ο τίτλος «Γαμ.» προέκυψε από έναν αγαπημένο μου φίλο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος αφού το διάβασε, πριν εκδοθεί, μου είπε «ρε συ ξέρεις, το βιβλίο σου είναι σαν ένα τεράστιο αιδοίο, είναι τελείως γαμ-γαμ» (με το γαμ-γαμ εννοούσε γάμους και το άλλο που δεν θα πω γιατί ίσως μας διαβάζουν και παιδιά).  Τώρα γάμους ακριβώς δεν έχει μέσα αλλά σίγουρα έχει πολλές σάρκες που έσονται εις σάρκαν μίαν και πολλά γαμώτο που τρώνε από μια τσεκουριά και σπάνε στα δύο.

Από το βιβλίο σου «Ο μισός βέσπα» μέχρι το «32 Δεκεμβρίου» τι έχει αλλάξει στην Κατερίνα και τι στις λέξεις της ή στη σχέση της Κατερίνας με αυτές;
Δεν ξέρω. Μπορεί και τίποτα. Μακάρι να μπορούσα να βγω απ’ έξω μου να με δω από απόσταση. Από μικρή πάντως νιώθω σαν να είμαι πολλοί άνθρωποι ταυτόχρονα, σαν να είμαι κι εγώ κι ο διπλανός μου την ίδια στιγμή και, κυρίως, σαν να είμαι όλες οι ηλικίες μου μαζί, και νήπιο και υπερήλικη και έφηβη και αγέννητη. Αυτό είναι κάτι που θέλω να βγαίνει και στα βιβλία, ότι είμαστε όλοι-όλοι και όλοι-όλα. Ένα je suis everybody. Όχι για να χαθεί η ακεραιότητα του καθενός, όμως. Αντιθέτως, για να τοποθετηθεί επισκευασμένο το «εγώ» πίσω στο σύνολο, στις σωστές του διαστάσεις. Αυτό που είπα και νωρίτερα θα πω κι εδώ, ότι αυτό που ίσως άλλαξε ή που εύχομαι να άλλαξε είναι η απόφαση να παίρνω όλο και λιγότερο σοβαρά τον εαυτό μου σε σχέση με το σύνολο. Δεν είμαι τίποτα. Είμαι ό,τι είμαστε όλοι μαζί, δηλαδή ένας διαρκής μέσος όρος που ονειρεύεται. Για τις λέξεις που ρωτάς, τις χειρίζομαι όπως έκανα από παιδί, με λατρεία, περιέργεια, σεβασμό, αλλά και με θράσος – τις σκουντάω, να ξυπνάνε, θέλω να τις στοιχίζω τη μία δίπλα στην άλλη κι όταν κοιτάζονται να μην χασμουριούνται.

DJ3A6105

Μπορεί ένα μυθιστόρημα του ενός λεπτού να γίνει ταινία; Κι αν όχι, έστω προλαβαίνει να σου αλλάξει τη ζωή;
Ένα δευτερόλεπτο είναι πολύ. Εμένα μ’ έχουν κοιτάξει ερωτικά στο παρελθόν για ένα δευτερόλεπτο κι έμεινα δυο χρόνια μπαμ, τέζα, κάτω, ανάπηρη, έναν γιατρό. Αυτό όπως καταλαβαίνεις, όχι, δεν μπορεί να γίνει ταινία. Αλλά αμέτρητες ταινίες. Μόνο, αν γίνεται, θερμή παράκληση να τις σκηνοθετήσει ή ο Γούντυ Άλλεν ή ο Χάνεκε ή ο Σορεντίνο ή ο Μάλικ ή ο Ρόι Άντερσσον. Για σενάριο, αν είναι να μην το γράψω εγώ, ας το γράψει ο Τσάρλι Κάουφμαν. Ευχαριστώ.

Αν μπορούσες να τηλεφωνήσεις σε έναν από τους ήρωές σου, ποιον θα διάλεγες να πάρεις και τι θα του έλεγες;
Οι ήρωες μου είναι όλοι ο ίδιος ήρωας, είναι όλοι αρτιμελώς ανάπηροι, και μένουν σίγουρα στο δίπλα διαμέρισμα. Αν μιλήσω μ’ έναν θα είναι σαν να μιλάω με όλους, αφού όλους τα ίδια τους απασχολούν, ο έρωτας, η μοναξιά, η αγάπη, ο θάνατος και η σοκολάτα γάλακτος, βεβαίως. Σε μια ιστορία μου ένας τύπος πεθαίνει και βρίσκεται στον παράδεισο. Ο παράδεισος είναι μια εξωτική παραλία στην οποία συναντάει πάρα πολλούς αγνώστους που αποκαλύπτεται ότι είναι όλοι οι άνθρωποι που κατά τη διάρκεια της ζωής του φωτογράφισε τυχαία. Αυτό το έγραψα γιατί μου έχει συμβεί πολλές φορές και μένα. Πάω να βγάλω φωτογραφία εγώ, ας πούμε, ένα κτίριο και ξαφνικά την ώρα του κλικ ανοίγει τυχαία την πόρτα και προβάλει ένας κύριος με καπέλο. Σε αυτόν θα τηλεφωνούσα, τον κύριο χι ψι ακάλεστο και θα μιλούσαμε για το τυχαίο, το μοιραίο και το αναπόδραστο που αποτυπώνονται απρόβλεπτα και για πάντα στο προσωπικό μας φιλμ. Με την ευκαιρία, ν’ αποκαλύψω ότι είμαι φριχτή στην επικοινωνία δια τηλεφώνου, δεν παίρνω σχεδόν ποτέ τους φίλους μου (κάποιοι μου το συγχωρούν ατελείωτα χρόνια τώρα, άλλοι όχι), οπότε, για να επιστρέψω στους ήρωές μου, μάλλον θα περίμενα να με πάρουν εκείνοι. Τους παρακαλώ δε, αν το σκοπεύουν, καλύτερα να πάρουν βράδυ, γιατί τις υπόλοιπες ώρες δεν το πολυσηκώνω. Ευχαριστώ.

Ξυπνάς και είναι 32 Δεκεμβρίου τι κάνεις; Ποια είναι η μουσική που παίζει στο φόντο της μέρας;
Παίρνω (επιτέλους) τηλέφωνο τον Δεν-θα-πω-ποιον, και φροντίζω να φιλιέμαι όλη μέρα μαζί του και μετά ψήνω ένα κέικ αλλά φυσικά χωρίς να σταματήσω ν’ αγκαλιάζομαι και να φιλιέμαι. Από μουσική δεν ξέρω, έχω ένα cd που έχει μέσα μόνο το “The Βoxer” των Simon and Garfunkel και χρόνια τώρα το βάζω να παίζει στο repeat, σχεδόν κάθε μέρα. Μάλλον αυτό θα έβαζα ή μπορεί και ν’ άκουγα αυτό που ακούω τελευταία εμμονικά, το μαγικό cd Καλλιθέα του Δεληβοριά ή μπορεί Tindersticks. Θα ταίριαζε και το soundtrack του Wim Mertens από το “The belly of an architect”.

Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που θυμάσαι να διάβασες;
Δεν πολυθυμάμαι. Κάποιο της Πηνελόπης Δέλτα προφανώς. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα και λάτρεψα και θυμάμαι πάντως είναι η Οδύσσεια. Μετά τον Όμηρο, μεγάλη εντύπωση μου έκανε ο Ρόμπινς.

Untitled-1

Αν μπορούσες να κάνεις το βιβλίο κάποιου άλλου δικό σου, ποιο θα ήθελες να έχεις γράψει;
Θα ήθελα να είχα γράψει ήδη τριάντα βιβλία. Ζηλεύω το νούμερο, όχι τις λέξεις ή τις ιστορίες των άλλων αλλά το πόσο πολύγραφοι είναι κάποιοι άλλοι συγγραφείς. Αν η ερώτηση τίθεται με όπλο στον κρόταφο, τότε θα ήθελα να έχω γράψει το “Θαυμαστός καινούριος κόσμος” του Άλντους Χάξλεϋ. Βασικά ας μη γελιόμαστε, η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική λένε τις καλύτερες ιστορίες. Πρόσφατα είδα μια υπαρξιακή ταινιάρα, το “Knight of Cups” του Τέρενς Μάλικ κι εκεί για μένα ο πρωταγωνιστής είναι τα κτίρια. Βάλε κι έναν πίνακα του Κλέε στον τοίχο και καθάρισες, τα πες όλα.

Στο βιογραφικό σου, στο εσώφυλλο “αυτί” του 32 Δεκεμβρίου, γράφεις ότι όταν ήσουν μικρή πίστευες ότι
“το καλό και το κακό ήταν χρώματα”. Τελικά ποιο χρώμα αντιστοιχεί στο καλό και στο κακό;

Καταρχάς αυτό το έγραψα γιατί όταν ήμουν μικρή ήμουν, όπως όλοι πιστεύω, αγνή και εντελώς unfucked από γνώμες, στερεότυπα, μεριές, γωνίες, κανόνες, νόμους, απόψεις, ιδεοληψίες, νευρώσεις, σφραγίδες, προθέσεις, ταμπελάκια, «πρέπει», και μακριά από αυτό που εγώ λέω προαποφασιμένες/τετελεσμένες ενήλικες εκκρεμότητες. Οπότε κακό και καλό δεν υπήρχε ουσιαστικά, αυτό εννοούσα, ήταν όλα όπως ήταν, απλώς ήταν-ήταν, όλα αφιλτράριστα, ρέοντα, σημαντικά όσο είναι ένα χρώμα. Γιατί; Γιατί έτσι. Ήταν όλα χρωματιστά, χωρίς προκάτ ερμηνείες. Αν έβαζα χρώμα τώρα που μιλάμε στο Καλό και το Κακό, αν και ας μη γελιόμαστε, δεν είμαι ακόμη re-unfucked, το Καλό, θα έλεγα ότι είναι μαύρο γιατί είναι πυκνό και εσωτερικό και σιωπηλό και σεμνό και το Κακό θα ήταν pink neon γιατί σου φωνάζει εδώ-εδώ, σαν εμπόρευμα, είναι πιο φιγουρατζίδικο και φτηνό. Θέλω να προσθέσω για το μαύρο ότι για κάποιους είναι τζιζ χρώμα, λόγω του ρατσισμού. Tα χρώματα για τους ενήλικες είναι κωδικοί-ταμπελάκια. Θα ήταν πραγματικά σημαντικό να ζούσαμε σ’ έναν κόσμο που το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων θα ήταν όσο αδιάφορο είναι το χρώμα των μαλλιών τους ή το χρώμα της μπλούζας που φοράνε.

Κατερίνα, πότε πιστεύεις θα σταματήσεις να παίζεις και να κρύβεσαι πίσω από τις λέξεις;
Δεν κρύβομαι πίσω από τις λέξεις, κρύβομαι μπροστά από τις λέξεις. Και δεν θα σταματήσω, όσο περνάει από το χέρι μου. Είμαι ο πιο μοναχικός άνθρωπος του γαλαξία. Χωρίς λέξεις, θα ήμουν μόνη. Και το μοναχικός αντέχεται – αλλά το μόνος, όχι.

*Αν θέλεις κι εσύ να ξενυχτήσεις χαϊδεύοντας ράφια του σουπερμάρκετ που έχει ακουμπήσει στο παρελθόν ο/η πρώην σου, αν στέλνεις λουλούδια σε λάθος παραλήπτες, αν ψαχουλεύεις ξένες τσάντες και βρίσκεις μέσα νυφικά, αν θες να αλλάξεις με μία λέξη τους βαρετούς ήχους που κάνουν τα κουδούνια, αν θες να γνωρίσεις τον έρωτα της ζωής σου κατεβαίνοντας τις σκάλες, αν τα βράδια γράφεις ερωτικές επιστολές χωρίς κανένα απολύτως νόημα, αν θες να αλλάξεις φύλο στον αγαπημένο σου σκηνοθέτη, αν νομίζεις ότι η ζωή σου δεν είναι αρκετά σουρεάλ, πρέπει άμεσα να τρέξεις στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο ή έστω να κάνεις μία βόλτα στο προσωπικό blog της Κατερίνας «Έσσλιν, Έσσλιν είσαι εδώ.» από το οποίο πάρθηκε και ο τίτλος του παραπάνω κειμένου.

DIDEE MAGAZINE

Η υψηλή αισθητική στη σύγχρονη ζωή της πόλης.

More Stories
Ο οίκος Balenciaga επιστρέφει επίσημα στην υψηλή ραπτική