Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης ακολουθεί τον δικό του τρόπο

Συνέντευξη: Παναγιώτα Κοντοδήμα  
Φωτογράφιση: Ιωσήφ Αλεξιάδης

Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης μιλά για τα «πλαστά» πρότυπα της δεκαετίας του ’90, τη γοητεία της δημιουργίας και τα ρεαλιστικά όνειρα

Με τον Δημήτρη Αγαρτζίδη, τα τελευταία χρόνια, συναντιόμαστε τουλάχιστον μια φορά ετησίως με αφορμή ενδιαφέρουσες θεατρικές παραστάσεις. Είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης και, μαζί με τη Δέσποινα Αναστάσογλου, ίδρυσαν το 2013 τη θεατρική ομάδα Elephas tiliensis.

Φέτος, υπογράφει σκηνοθετικά και δραματουργικά μαζί με τη Δέσποινα τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, «Λούλα», που παρουσιάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Πρόκειται για την τρίτη δουλειά της ομάδας, μετά την πολύ επιτυχημένη «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη και την παράσταση «Αλεξάνδρεια- Υπάρχουν αλήθεια και ψεύδος άραγε;», εμπνευσμένη από το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Λόρενς Ντάρρελ.

Παράλληλα, συμμετέχει ως ηθοποιός, για τρίτη φορά, στην παράσταση «Παραλήπτης άγνωστος» της K. Kressmann Taylor, σε σκηνοθεσία Νάντιας Φώσκολου, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Ξεκινώντας, εξηγεί πώς επέλεξαν το συγκεκριμένο και αρκετά αμφιλεγόμενο έργο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου για να το μεταφέρουν στη σκηνή.

dimitris-agartzidis-didee.gr-3

«Θέλαμε να κάνουμε κάτι ελληνικό, ελληνική δραματουργία. Ένας συγγραφέας, που μας αρέσει το πώς γράφει, δεν είχε κάτι στα σκαριά, ούτε ήδη κάτι που να μπορούσε να γίνει. Έτσι, στραφήκαμε πάλι στη λογοτεχνία. Αρχίσαμε να διαβάζουμε, έγινε ένα brainstorming και κάποια στιγμή, θυμηθήκαμε τη ‘Λούλα’. Η Δέσποινα το είχε διαβάσει, εγώ όχι, αλλά είχε πολύ εφηβική μνήμη σε σχέση με το βιβλίο, οπότε το διαβάσαμε εκ νέου.

Στην αρχή, αναρωτιόμουν τι ακριβώς είναι αυτό το βιβλίο. Μετά, ενθουσιάστηκα, καθώς ο Ραπτόπουλος έχει βρει ένα πάρα πολύ ωραίο εύρημα. Ουσιαστικά, περιγράφει τη ζωή της βασικής ηρωίδας, της Λούλας, που έχει σπουδάσει Φιλολογία και συγκατοικεί με μια φίλη της, την Εύη. Το βιβλίο ξεκινά με την εξαφάνιση της Λούλας. Είναι μια κοπέλα που δεν μπορεί να φτάσει ποτέ σε οργασμό και έχει μεγάλη εμμονή μ’ αυτό, γιατί διαδραματίζεται την περίοδο των περιοδικών, των ‘πρωινάδικων’, των τηλεοπτικών σόου -το βιβλίο γράφτηκε το ’97 και αναφέρεται σ’ εκείνη την εποχή.

Έχει σχέση με τον Στέλιο, ο οποίος έχει τεράστιο πέος, κάτι που πιστεύει πως θα λύσει το πρόβλημά της, αλλά, επειδή είναι απαράδεκτος, κάποια στιγμή τον χωρίζει. Όταν το κάνει, μέσα στην απελπισία και μ’ έναν ανελέητο αυνανισμό που διαρκεί 40 σελίδες στο βιβλίο, χτυπάει την πόρτα ένας βρικόλακας, ο οποίος είναι κούκλος και έχει πάρα πολλές ιδιότητες. Θα μπορούσε να είναι ένας θεός, ένας Διόνυσος, ένας βρικόλακας, ένα τίποτα, όλες οι εκδοχές.

Μιλάει με μια γλώσσα σαν να περνάει από πάρα πολλά είδη. Άλλοτε, σαν να διαβάζεις όντως το ‘Κλικ’ του Κωστόπουλου, άλλοτε είναι πορνογραφικό, πότε είναι πιο κλασικό, πότε νουάρ, πότε αστυνομικό. Αλλάζει ο τρόπος που γράφει, αλλά αυτό που περιγράφει, το βασικό, είναι ότι μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, σαν να εντοπίζει το θέμα της, το κενό της, σαν να ορίζει ότι είναι το ‘δεν μπορώ να φτάσω σε οργασμό’, οπότε γίνεται εμμονική με το να μπορέσει να το επιτύχει.

Είναι σαν να προσπαθούν με διάφορα τεχνάσματα -καπνίζουν διαρκώς ‘μαύρο’- να χαλαρώσουν, να ελευθερωθούν και να πετύχουν τον οργασμό, δηλαδή την ευχαρίστηση, την ικανοποίηση. Ουσιαστικά, είναι σαν η Λούλα να παρασύρεται σε μια τεράστια βόλτα μέσα στα Εξάρχεια, στην Αθήνα, όπου περνάει σε μια άλλη διάσταση, μέσα σε φωτιές. Δεν ξέρουμε τι είναι φαντασίωση και τι όχι. Την ώρα που φτάνει -ή δεν φτάνει- σε οργασμό, την πνίγουν. Αυτό μας έκανε μια πολύ καλή αντιστοιχία με τη σύγχρονη κατάσταση, γιατί θα ήμασταν συνομήλικοι με τη Λούλα, οπότε όλο αυτό το περιβάλλον του ’90 που μεγαλώσαμε, με ό, τι κυριαρχούσε, μου είναι πολύ γνώριμο και οικείο. Και ο τρόπος που κατέληξε όλο αυτό μού είναι, επίσης, οικείος.

Όταν το διαβάσαμε, λοιπόν, πέρα από τις δυσκολίες, είχε κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον σε σχέση με το πώς μπορεί να χειριστεί την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που οδήγησε στο τώρα, έτσι όπως περιγράφεται μέσα από το βιβλίο. Χωρίς να θίγει καθόλου πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα, είναι σαν να καταφέρνει να ορίσει την αφασία που οδήγησε στην τωρινή -άλλου τύπου- αφασία, γιατί η μόνη τους απασχόληση είναι η τηλεόραση• όλα τα άλλα είναι σεξ, έρωτας, να καταφέρω να φτάσω σε οργασμό, από ‘κει ξεκινούν και τελειώνουν όλα.

Ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε για κάτι που μας απασχολεί, χωρίς να έχει το στοιχείο της επικαιρότητας. Δεν είναι ότι θέλουμε να μιλήσουμε για την κρίση, αλλά γι’ αυτή την παθογένεια που οδήγησε σε ό,τι συμβαίνει τώρα -όχι μόνο το οικονομικό και το υπαρξιακό. Έχει ένα πολύ ωραίο κέντρο σε σχέση μ’ αυτό».

Από την περιγραφή της υπόθεσης γίνεται σαφές πως πρόκειται για ένα έργο προκλητικό, καθώς θέτει τόσο απροκάλυπτα και εμφατικά στο προσκήνιο το κομμάτι του σεξ. Η πρόκληση, όμως, για τον Δημήτρη και τη Δέσποινα που έκαναν τη δραματουργική επεξεργασία ήταν άλλου είδους.

«Για εμάς, η γλώσσα ήταν, ούτως ή άλλως, μια δυσκολία κι ένα κίνητρο, γιατί ήταν τελείως ωμή και πιο τεχνητή, σαν να επιδιώκει την πρόκληση. Επομένως, τέτοιες συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να τις χειριστείς στο θέατρο χωρίς να γίνουν σήριαλ ή, τέλος πάντων, να προσπαθείς να δείξεις τι συμβαίνει πίσω απ’ αυτό. Είναι σαν να έχουμε μια πολύ ‘χύμα’ και καθόλου ποιητική γλώσσα ή λογοτεχνική -εννοώ ‘στολισμένη’- και να προσπαθούμε συνέχεια να δούμε τι βρίσκεται κάτω από αυτό και πώς μπορείς να το αντιμετωπίσεις και να του δώσεις ένα βάθος. Ήταν πολύ τροφοδοτικό.

Μετά, μας ενδιέφερε και το θέμα της σεξουαλικότητας• ότι πρέπει να φαινόμαστε και να έχουμε το προφίλ ότι είμαστε πάρα πολύ σεξουαλικοί, ότι ερχόμαστε σε οργασμό, ότι υπάρχει γενικά μια σεξουαλικότητα που ξεχειλίζει από παντού κι ανά πάσα στιγμή, μπορούμε να την εκφράσουμε».

Η δραματουργική επεξεργασία, σύμφωνα με τον Δημήτρη, ήταν μια σύνθετη διαδικασία και, μέχρι την παράσταση, υπό διαμόρφωση.

dimitris-agartzidis-didee.gr-4

«Ήταν πιο πολύπλοκο, γιατί και το μυθιστόρημα δεν είναι τόσο γραμμικό, αλλάζει ύφη, δεν υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια, μπορεί να είναι είτε το ένα είτε το άλλο. Η πρώτη εκδοχή του θεατρικού κειμένου ήταν 40 σελίδες και τελικά, έχουν μείνει 19, το οποίο έγινε μες στην πρόβα. Παρ’ όλα αυτά, το κομμάτι της επεξεργασίας είναι κάτι που μας αρέσει πάρα πολύ, πέρα από τον μεγάλο κόπο που απαιτεί.

Από την άλλη, είναι σαν να φτιάχνεις εσύ το έργο, δηλαδή έχεις μια ελευθερία, που είναι σημαντική, έστω και στο μυαλό, γιατί δεν έχεις ένα κλειδωμένο πράγμα. Έχεις την ψευδαίσθηση ότι -γιατί υπάρχουν κάποιοι κανόνες που μ’ έναν τρόπο ακλουθείς, αλλά- έχεις απόλυτο πεδίο δράσης σε σχέση με το τι θέλεις να μπει, τι δεν θα μπει, πού θέλεις να το πας.

Βλέπουμε το μυθιστόρημα, δεν μπαίνουμε στη θέση ενός αναγνώστη που διαβάζει το βιβλίο, είναι σαν να έχει τη δική μας ματιά πάνω σ’ αυτό. Ούτως ή άλλως, και με την επιλογή των δύο κοριτσιών-ηρωίδων του βιβλίου, σαν να είναι η μία το alter ego της άλλης, είναι σαν να ορίζεις τα πράγματα. Είναι σπαζοκεφαλιά και ειδικά αυτή τη φορά, γιατί τις προηγούμενες υπήρχε ελάχιστη απόκλιση του αρχικού κειμένου μ’ αυτό που πήγαινε στην παράσταση. Τώρα, δεν υπήρχε μέρα που να μη γίνει αλλαγή, αλλά είναι ωραίο παιχνίδι αυτό».

Πρόκειται για μια χρονοβόρα και κοπιώδη δουλειά, κάτι που αυτομάτως γεννά το ερώτημα αν έχουν σκεφτεί να γράψουν ένα εξ ολοκλήρου δικό τους θεατρικό έργο.

«Όλα περνούν απ’ το μυαλό. Προς το παρόν, δημιουργεί και ασφάλεια ότι υπάρχει μια βάση, γιατί υπάρχει ένα αρκετά επεμβατικό μέρος σ’ αυτό που κάνουμε. Είναι κοντά στο να φτιάξεις κάτι, αλλά μέχρι τώρα, δεν έχει τύχει. Όσο σκέφτεσαι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα, όλα πρέπει να είναι ανοιχτά.

Σκεφτόμασταν και στην τωρινή παράσταση ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε ανοιχτοί και να μην περιοριζόμαστε από το τι περιμένει ίσως να δει ο άλλος, ή το να του προσφέρεις κάτι που θα του είναι αρεστό ή κάτι που θα του είναι ευανάγνωστο. Μπορεί να το κάνεις για να το επικοινωνήσεις, αλλά μην το κάνεις με σκοπό να γίνει αρεστό. Σε φυλακίζει, πέρα από το ότι πραγματικά δεν ξέρεις τι μπορεί να λειτουργήσει. Και στη ‘Λούλα’ υπήρχαν οι πιθανότητες να πάει καλά, αλλά ότι ήταν από την πρώτη μέρα γεμάτο το θέατρο μας εξέπληξε, ευχάριστα βέβαια, αλλά πραγματικά δεν ξέρεις πώς μπορεί να λειτουργήσει κάτι, τι θα παρακινήσει τον άλλον».

Η τόσο μεγάλη αποδοχή της δουλειάς τους, σίγουρα δημιουργεί αίσθηση ικανοποίησης στην ομάδα.

«Πρώτα απ’ όλα είναι μια ικανοποίηση, όχι τόσο πολύ πρακτική, γιατί έτσι όπως είναι τα πράγματα, ως ομάδα, ως παραγωγή, η καλύτερη εκδοχή είναι να βγάλουμε τα έξοδά μας, αλλά τουλάχιστον, επειδή όλοι αμειβόμαστε με ποσοστά, και οι συντελεστές και οι ηθοποιοί, να αμειφθούν αξιοπρεπώς.

Είναι ανακουφιστικό, γιατί, καλώς ή κακώς, από τη στιγμή που αναλαμβάνεις τον ρόλο του παραγωγού σε εισαγωγικά, θέλεις να πληρωθούν οι άνθρωποι, έτσι ώστε να είναι ικανοποιημένοι για την πολλή δουλειά που έχουν ρίξει. Κι εμείς είναι σαν να απαιτούμε πάρα πολύ τη διαθεσιμότητα, πολλή δουλειά, πάρα πολλές ώρες και είναι μια ανταμοιβή που δεν έχει σχέση με την ψυχική και ηθική, αλλά μου δίνει μια ανακούφιση. Ακόμη και το να βγάλουμε τα έξοδά μας είναι μια βοήθεια για να μπορούμε να κάνουμε την επόμενη».

Με εξαίρεση την περσινή παράσταση «Αλεξάνδρεια», στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, οι παραστάσεις των Elephas tiliensis έχουν ηρωίδες γυναίκες και υπάρχει μια εξήγηση γι’ αυτή την επιλογή, όπως και για το γιατί δεν θέλει να σκηνοθετεί τον εαυτό του.

«Η αλήθεια είναι πως οι γυναίκες μού φαίνονται πιο εύπλαστες, ψυχικά πιο διαθέσιμες, πιο ‘μαλακές’ και αυτός νομίζω είναι ένας λόγος που πηγαίνω προς τα εκεί. Πέρυσι, που έπαιζα κι ήμουν κι απ’ έξω είπα ότι δεν θα το ξανακάνω, γιατί είναι πολύ δύσκολο ν’ αποσυρθείς, ή πρέπει να πεις σ’ ένα σημείο ότι δεν το παρατηρώ απ’ έξω, είμαι μέσα και το παρατηρεί η Δέσποινα. Τουλάχιστον, δεν είμαι ακόμη έτοιμος να το ξανακάνω, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στο ένα πράγμα και να είμαι ήσυχος σε σχέση με το άλλο. Επομένως, αποφάσισα, σε ό, τι κάνουμε εμείς, να είμαι απ’ έξω, ενώ όταν κάποιος άλλος έχει τον πρώτο λόγο, να είμαι μέσα χωρίς δεύτερες σκέψεις, να προσπαθώ ν’ ακολουθήσω. Και πάλι, υπό συνθήκες.

Παλιά, υπήρχε μια ροή που πήγαινε, το ένα ακολουθούσε το άλλο, μετά άρχισα να καταλαβαίνω ότι πέρα απ’ το ότι θα ακολουθήσει η επόμενη δουλειά, δεν υπήρχε η δική μου ευχαρίστηση. Προσπαθώ να βρω κι εγώ τον τρόπο να μ’ αρέσει. Είναι τελείως διαφορετικό όταν είσαι από την πλευρά του ηθοποιού και μ’ ενδιαφέρει, όταν το κάνω, να γίνεται με έναν τρόπο που να βρίσκω μια ευχαρίστηση και να μην είναι ένα βάσανο έκθεσης και μόνο. Να βρίσκεσαι με ανθρώπους που να μπορείς να συνεννοηθείς. Ειδικά, τώρα που δεν υπάρχουν και τόσα χρήματα, τουλάχιστον να μη γίνει αγγαρεία κι η δουλειά».

Η Λούλα στο έργο αναζητά την απόλαυση ανεπιτυχώς, αντικατοπτρίζοντας και όλο το πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας στη δεκαετία του ‘90.

«Υπήρχε ένα τελείως λάθος κέντρο σε σχέση με τα χρήματα, ίσως κι επειδή πολλοί περισσότεροι γονείς -οι γονείς των γονιών μας που ήρθαν από τα χωριά- είχαν μια διαφορετική αντίληψη, βλέποντας ξαφνικά ότι μπορούσαν να σπουδάσουν, να βρουν δουλειά και να διοριστούν. Δημιουργήθηκε έτσι ένα καθεστώς ‘να εξασφαλιστούμε’. Και οι γονείς καθοδηγούσαν σ’ αυτό και πως αν εξασφαλιστούμε κι έχουμε λεφτά, σπίτι, πάρουμε και δάνειο, μετά όλα θα πάνε καλά. Σαν να προσπαθεί ο άλλος να αποτρέψει το ενδεχόμενο να πάει κάτι στραβά ή να υπάρχει μια έκπληξη. Είναι, λοιπόν, σαν οι γονείς να ετοιμάζουν ένα πλάσμα… ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τις πραγματικές συνθήκες. Κάπως έτσι ήταν η δική μας κατάσταση.

Υπάρχει μία κανονικότητα που θα σε βγάλει σε μία άλλη κανονικότητα, αλλά τα πράγματα, όπως δείχνουν, πολλές φορές είναι τελείως απρόβλεπτα και έτσι ήμασταν όλοι ανέτοιμοι για κάτι τόσο αναπάντεχο. Αυτό που λέμε και για τη Λούλα, είναι πως ο Ραπτόπουλος είχε πολύ ωραίο ένστικτο που έβαλε αυτή της την αγωνία, το εξωτερικό της κενό να την οδηγεί σ’ ένα χάσιμο και να την σκοτώνει σε μια τέτοια συνθήκη. Είναι σαν ένα ένστικτο αντίδρασης σ’ αυτή την κοπέλα, που ζει μέσα σε μια ζάλη, χωρίς να έχει συνείδηση αυτού. Γιατί, αν είχε, μπορεί να είχε χειριστεί αλλιώς την κατάσταση και είναι ενδεικτικό του πώς νεκρώνονται τα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, ένα παραμύθι είναι ότι βρίσκεται στην αγκαλιά ενός μανιακού· το πώς βρίσκεσαι, πώς αφήνεις τον εαυτό σου είναι το θέμα.

Ίσως, έχει σχέση και με το σχολείο, το πώς διαμορφώνεις κάποιον για να έχει ανοιχτό το μυαλό του, όχι για να βγει πρώτος στην τάξη. Έχει σχέση και με το πώς μεγαλώνεις τα παιδιά. Αν λες ότι πρέπει να γίνεις ο καλύτερος, γιατί πρέπει να γίνεις αυτό, ενώ το καλό θα ήταν να είναι ελεύθερο το μυαλό κάποιου, να μπορεί να αφουγκράζεται τι του συμβαίνει και τι επιθυμεί. Αν θέλει να τα βροντήξει, να μπορεί να είναι ανοιχτός, αυτό είναι το δύσκολο. Αλλά, επειδή είναι πολύ ριζωμένη η άλλη κατάσταση, μου φαίνεται, τώρα τουλάχιστον, πολύ πρώιμο».

Ως καλλιτέχνης, αλλά και γονέας, προβληματίζεται με την παρούσα κατάσταση και τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει, γι’ αυτό και έχει σκεφτεί να ζήσουν εκτός συνόρων.

«Σήμερα πια έχει απογειωθεί η δυσκολία του να κάνεις θέατρο στην Ελλάδα. Το να φύγουμε είναι μία σκέψη που έρχεται και ξανάρχεται, είναι λογικό. Όταν βρίσκεσαι σ’ αυτή τη συνθήκη και σ’ αυτή τη δουλειά που θα πρέπει συνέχεια να είσαι χορηγός, πρέπει να είσαι και χορηγούμενος κάποια στιγμή για να μπορέσεις να συνεχίσεις, γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

Υπάρχουν φορές που λέω θα το παλέψω, θα αγωνιστώ και υπάρχουν και οι συνέπειες: τι νόημα έχει αυτό; Μήπως να πάω έξω σε μια πιο αντικειμενική συνθήκη, λίγο για ν’ αδειάσει το κεφάλι μου; Είναι κάτι που σκεφτόμαστε. Το μόνο θέμα είναι ότι επειδή εμείς έχουμε και το παιδί, θέλει και μια δεύτερη σκέψη για το πώς θα γίνει. Αλλά, νομίζω πως, αν δεν είχαμε το παιδί, θα το κάναμε με βεβαιότητα, έστω και για μια απόσταση. Δεν λέω ότι είναι εύκολα και για όσους φεύγουν, ειδικά, στην αρχή δυσκολεύονται πάρα πολύ, αλλά είναι μια άλλου είδους δυσκολία. Την εδώ, δηλαδή, τη ζήσαμε, την ξέρουμε, θέλω να δοκιμάσω και μια άλλη».

dimitris-agartzidis-didee.gr-2

Η συζήτηση για τη σκέψη της μετανάστευσης μας οδηγεί και στο θέμα της παράστασης «Παραλήπτης άγνωστος» στην οποία επιστρέφει για τρίτη φορά επί σκηνής.

«Είναι ένα καθαρά αντιφασιστικό κείμενο. Η ιστορία είναι ότι δύο αδερφικοί φίλοι μεταναστεύουν στην Αμερική για να κάνουν χρήματα, κάνουν και ο ένας επιστρέφει στη Γερμανία, την εποχή που ουσιαστικά αρχίζει και ακμάζει το κίνημα του Χίτλερ. Είναι σαν να δείχνει το πώς μεταλλάσσεται ένας καλός και διακριτικός άνθρωπος, ο οποίος ενστερνίζεται και πιστεύει ότι αυτό το πράγμα είναι σωστό και πώς αποκλίνει ο ένας με τον άλλο. Είχε γραφτεί από μια γυναίκα πριν συμβούν όσα έγιναν, το είχε εκδώσει, μάλιστα, με αντρικό όνομα και γενικά, ήταν προφητικό. Είναι καταπληκτικά γραμμένο, γιατί δεν σου παρουσιάζει τον καλό και τον κακό, αλλά σου δίνει τις εκδοχές να δεις πώς φτάνει κάποιος σ’ αυτό το δρόμο. Είναι ξεκάθαρα επίκαιρο».

Ως μια πολύ δημιουργική και ανήσυχη ομάδα, που δεν αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες ως σκόπελο, αλλά προσαρμόζονται όσο το δυνατόν στα δεδομένα, αναρωτιέμαι αν έχουν σκεφτεί ν’ ασχοληθούν με τον κινηματογράφο.

«Υπάρχει σαν σκέψη, αλλά έχουμε απορροφηθεί από το θέατρο. Φέτος, είχαμε μια πολύ ωραία εμπειρία μαζί με τη Δέσποινα. Είχε έρθει μια κολεκτίβα, οι Smoking dogs με τον John Akomfrah που γυρίζουν ταινίες σαν art video, ενέχουν και ντοκιμαντέρ και είναι μια πολύ ζωντανή κατάσταση. Έφτιαξε, λοιπόν, ένα τριπλό βίντεο που το ένα κομμάτι λέγεται ‘The airport’ και είναι γυρισμένο στο παλιό αεροδρόμιο στο Ελληνικό.

Κάναμε κάποια γυρίσματα και ήταν μαγική εμπειρία. Κατ’ αρχάς το τοπίο είναι μαγικό. Σ’ ένα από αυτά τα γυρίσματα, ήμασταν τέσσερα άτομα ντυμένοι Ωνάσης, Τζάκι κλπ, σαν να ήθελε να δείξει κι αυτός, σε σχέση με το τότε, τη φάση του μεγάλου πλούτου. Περπατούσαμε στον αεροδιάδρομο με έναν σχηματισμό και μουσική στα μεγάφωνα για ν’ ακολουθούμε και μας τραβούσε η κάμερα κι ήταν σαν να βλέπεις στο πουθενά. Ήταν τρομερή εμπειρία.

Τώρα, σκεφτόμαστε πώς να χρησιμοποιούμε το βίντεο ή το ζωντανό βίντεο μέσα στην παράσταση. Πώς καινούργια μέσα μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε στο θέατρο. Είναι μαγικό το πώς μπορείς να χειρίζεσαι όλα αυτά τα στοιχεία για να δημιουργήσεις συναίσθημα από εικόνες. Πάντα υπάρχουν όνειρα και σχέδια και πρέπει να προσαρμόζεσαι στις συνθήκες. Προσπαθούμε να είναι ανοιχτό το μυαλό και οι κεραίες μας».

Μέσα σε αυτή την καλλιτεχνική εγρήγορση, υπάρχουν, ωστόσο, και πράγματα που τον κουράζουν και θα ήθελε να εξαλειφθούν.

«Το κομμάτι της αγωνίας και του άγχους, σε σχέση ή με το αποτέλεσμα ή με το πρακτικό μέρος του πράγματος, προσπαθώ να το αφήσω πολύ συνειδητά εκτός πεδίου και σ’ ένα βαθμό, τα’ χω καταφέρει, αλλά θέλω κι άλλο. Θέλω να μην έχω καθόλου άγχος, νευρικότητα και αγωνία για το αποτέλεσμα, θέλω να έχω για την ίδια την ουσία του πράγματος. Κι όταν ασχολούμαστε με την ίδια την ουσία αυτού, ακόμη κι όταν υπάρχουν δυσκολίες σε σχέση με την ίδια τη δουλειά -όχι με οικονομικά ή πρακτικά- είναι κάτι πάρα πολύ τροφοδοτικό.

Και μέσα στις πρόβες, παρότι υπήρχαν περίοδοι που δυσκολευτήκαμε πολύ, ήταν κάποιες μέρες που έλεγες ότι η ικανοποίηση που προσφέρει αυτή η δουλειά είναι δύσκολο να βρεθεί σε άλλη. Αλλιώς, θα ήταν ένας σκέτος μαζοχισμός να το κάνεις. Όταν βλέπω μερικές φορές την παράσταση και το πώς λειτουργεί, πώς εξελίσσεται, είναι για μένα ευχαρίστηση. Ενώ παλιότερα δεν μπορούσα να το κάνω, τώρα πια έχει ενδιαφέρον να παρακολουθώ και πώς επικοινωνεί το κοινό με την παράσταση, να βλέπω όλα τα ρεύματα προς τα πού πάνε.

Βλέποντας και τις αντιδράσεις του κοινού στη ‘Λούλα’, πιστεύω ότι έχει σχέση με το πώς κάποιος μπορεί να είναι ανοιχτός να δεχθεί κάτι που του δίνεται, γενικά. Και το λέω, γιατί όταν είσαι μέσα στη δουλειά είναι πιο διαστροφικό, ότι πάντα προσπαθώ να μπαίνω ανοιχτός να παρακολουθώ όχι από μια θέση, αλλά όσο γίνεται πιο κενός, να πάρω αυτό που είναι και να επικοινωνήσω ή να μην επικοινωνήσω. Να μην ξεκινάς, όμως, από μια θέση που σε εμποδίζει να δεις μια άλλη».

Όσο για τη συνέχεια, μέχρι τις 8 Μαρτίου -με το ενδεχόμενο παράτασης- η «Λούλα» θα εξερευνά τα όρια της απόλαυσης στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ενώ ο Δημήτρης Αγαρτζίδης θα ανεβαίνει στη σκηνή του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων με το «Παραλήπτης άγνωστος», μέχρι τις 7 Απριλίου.

*Λούλα, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, από την ομάδα Elephas tiliensis σε σκηνοθεσία Δέσποινας Αναστάσογλου και Δημήτρη Αγαρτζίδη, με τις Ανθή Ευστρατιάδου και Βίκυ Κατσίκα, μέχρι 8/3, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου-Κάτω Χώρος (Αντισθένους 7 και Θαρύπου, Αθήνα).

Παραλήπτης άγνωστος, της Kathrine Kressmann Taylor, σε σκηνοθεσία Νάντιας Φώσκολου, με τους Δημήτρη Αγαρτζίδη και Αχιλλέα Βατρικά, μέχρι 7/4, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη)

Your email address will not be published. Required fields are marked *

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE