Ο Δημήτρης Κουρούμπαλης φέτος έχει παιγνιώδη διάθεση

Συνέντευξη • Παναγιώτα Κοντοδήμα  Φωτογράφιση • Ανδρέας Πανόπουλος


Ο Δημήτρης Κουρούμπαλης μιλάει για την παράσταση που σκηνοθετεί, την ελευθερία στη ζωή, αλλά και τη σεξουαλικότητα μέσα από το θέατρο.


Ο Δημήτρης Κουρούμπαλης τα τελευταία χρόνια, εκτός από την ιδιότητα του ηθοποιού, έχει επανασυστηθεί θεατρικά και ως συγγραφέας και σκηνοθέτης. Η θεατρική εταιρεία παραγωγής που έχει δημιουργήσει με την Φρόσω Κορρού, So7, υλοποιεί τις παραστάσεις που βασίζονται σε δικά του έργα, τα οποία σκηνοθετούν από κοινού.

Φέτος, σκηνοθετούν τη μεταμεσονύχτια παράσταση «Παρασκευή παλιμπαιδισμού», βασισμένη στο ομώνυμο διήγημά του, η οποία παρουσιάζεται κάθε Παρασκευή τα μεσάνυχτα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Παράλληλα, παίζει στην παιδική παράσταση «Τα ψηλά βουνά», βασισμένη στο βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου, στο Ακροπόλ, ενώ ετοιμάζεται και για την παράσταση «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» που θα παρουσιαστεί από τη νέα χρονιά στο Από Μηχανής Θέατρο.

Η «Παρασκευή παλιμπαιδισμού» είναι μια πολύ ιδιαίτερη και κάθε άλλο παρά συνηθισμένη παράσταση, όπως εξηγεί και ο ίδιος. Αυτή, άλλωστε, στάθηκε η αφορμή για τη συζήτησή μας.

dimitris-1-12dimitris-1-13

«Η Παρασκευή παλιμπαιδισμού είναι ένα ερωτικό πάρτι. Αφορά σ’ ένα βράδυ -Παρασκευή συγκεκριμένα- που νέοι άνθρωποι βγαίνουν έξω και πηγαίνουν σ’ ένα πάρτι που έχει μια πολύ συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα• παίζει ένας dj που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τη διάθεση των ανθρώπων που τον ακούν. Αυτό το βράδυ στο διήγημα περιγράφεται πολύ δυνατό, πολύ ξεχωριστό. Ο λόγος που ήθελα να το κάνουμε παράσταση ήταν για να περιγράψουμε μια βραδιά που θα ήταν ιδανική. Στο ιδανικό μπαρ, με τους ιδανικούς ανθρώπους, την ιδανική μουσική και με τα ιδανικά αποτελέσματα.

Τις περισσότερες φορές βγαίνουμε, περνάμε ωραία, αλλά συνήθως μιλάμε, σπάνια χορεύουμε. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ ωραίο να καλέσουμε τους θεατές σε μια βραδιά που θα μπορούσε να είναι και δική τους και να τους δώσουμε το παράδειγμα για να την κάνουν και δική τους.

Δεν νομίζω ότι ο θεατής περιμένει αυτό που θα δει, γιατί το έχουμε προσεγγίσει μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Θα δει την ομορφιά και την αναρχία που έχει ένα βράδυ σ’ ένα μπαρ, το Λε Λουβρ -με ελληνικούς χαρακτήρες. Είναι ένας νεολογισμός τον οποίο είχαμε δει σ’ ένα ξενοδοχείο στο Μεταξουργείο, το οποίο λεγόταν Λε Λουβρ, με ελληνικούς χαρακτήρες. Μ’ άρεσε πάρα πολύ και σκέφτηκα ότι μια τέτοια έμπνευση -που δεν υπάρχει- ταιριάζει απόλυτα σ’ αυτό το μπαρ».

Η παράσταση βασίζεται στο διήγημά του, σε μια ιδέα που ήταν δύσκολο να υλοποιηθεί επί σκηνής όπως ακριβώς την είχε κατά νου. Όλη η δράση, άλλωστε εκτυλίσσεται σ’ ένα μπαρ.

«Το διήγημα είναι καθαρά ερωτικό. Αυτό, φυσικά, έχει περάσει και στην παράσταση. Ήταν, απλώς, μια ερωτική ιστορία. Ένα ‘ερωτογράφημα’, το οποίο, όμως, τοποθετείται σ’ έναν ιδιαίτερο χώρο και χρόνο. Ελπίζω η παράσταση να πετυχαίνει και τους δύο στόχους: και να διεγείρει ερωτικά το κοινό και να τους παρουσιάζει έναν ιδανικό χώρο κι έναν χρόνο αξέχαστο.

Ήταν πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί στη σκηνή, γιατί ενώ αυτή η παράσταση χρειάζεται να έχει όλη τη χαλαρότητα, τον αυθορμητισμό και την ελευθερία που έχει ένα βράδυ έξω με αλκοόλ και χορό, για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται τεράστια πειθαρχία και συγκέντρωση από τους συντελεστές. Επομένως, θέλαμε να πετύχουμε την ελευθερία, αλλά έπρεπε να περάσουμε μέσα από την απόλυτη συγκέντρωση κι αυτή η αντίφαση μας δυσκόλεψε και εμάς και τους ηθοποιούς.

Δυσκολευτήκαμε, γιατί ποια είναι η ατμόσφαιρα του μπαρ; Είναι, απλώς, άνθρωποι που συζητούν και η μουσική δημιουργεί μια κουρτίνα ανάμεσα στις παρέες για να μην ακούει ο ένας τον άλλο και τους ενοχλεί.

Μία επιπλέον δυσκολία, ωστόσο, είναι ότι αυτό το μπαρ που θέλαμε να δημιουργήσουμε, δεν το έχουμε δει. Δεν έχω πάει ποτέ σ’ ένα μπαρ που να χορεύουν όλοι σαν τρελοί, ούτε με μια μουσική η οποία έχει ακραίες αντιθέσεις και επηρεάζει τη διάθεσή σου. Βάλαμε αυτά τα στοιχεία και, απόλυτα ειλικρινά, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν το ίδιο το μπαρ, ο χώρος του μπαρ. Πώς σηματοδοτείται; Φυσικά, έχει μια μπάρα, ναι, αλλά τι; Έχει σκαμπό, έχει καναπέδες, έχει περίεργους φωτισμούς; Και όλο αυτό ήταν ένας γρίφος, στον οποίον κληθήκαμε να πάρουμε μια απόφαση. Όχι ότι βρήκαμε την ιδεατή λύση, αλλά πήραμε τις αποφάσεις μας κι έγινε».

dimitris-1-16

dimitris-1-11

Το θέμα της παράστασης, αλλά και η ώρα που παίζεται αποτελούν σαφώς πρόκληση για τους θεατές. Τίθεται εύλογα το ερώτημα αν απευθύνεται σε ένα αμιγώς θεατρόφιλο κοινό ή σε θεατές που έρχονται για να δουν κάτι ασυνήθιστο για τα ελληνικά θεατρικά δεδομένα. Η απάντησή του, αναπάντεχη και ενδιαφέρουσα.

«Το κοινό που δεν είναι θεατρόφιλο, είναι ανοιχτό στο να δει κάτι καινούργιο. Το να θέλει κάποιος να βγει από το σπίτι του επομένως, είναι από μόνο του μια προϋπόθεση για να λειτουργήσει το θέατρο. Στο σπίτι μας περνάμε όλοι πάρα πολύ ωραία, κανένας δεν θέλει να βγει. Οπότε, μόλις ακούσει ή δει κάτι το οποίο του εξάπτει το ενδιαφέρον, αυτό είναι ένα κίνητρο για να ξεκουνηθεί από τον καναπέ του.

Απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν έχουν ταμπού ή αν έχουν, μπορούν εύκολα να τα αφήσουν στην άκρη. Και απευθυνόμαστε σ’ αυτούς που δεν ξέρουν τι ταμπού έχουν και τους λέμε ‘ελάτε, να δείτε μήπως έχετε κάποιο που δεν γνωρίζετε’. Το ότι είναι μεταμεσονύκτια ταιριάζει πάρα πολύ στο όλο concept της παράστασης, γιατί, όντως, αυτό συμβαίνει αργά το βράδυ. Μιλάμε για ένα βράδυ έξω.

Ομολογουμένως, από την ίδια την δομή της παράστασης, απευθυνόμαστε σε νεότερους ανθρώπους ή σε ανθρώπους που εξακολουθούν να είναι νέοι, γιατί αν κάποιος σκεφτεί ‘δεν βγαίνω τα βράδια’ ή ‘δεν μ’ ενδιαφέρει αυτός ο τρόπος ζωής’ ή ‘η νεολαία πώς διασκεδάζει έτσι;’, τότε αυτό θα το αισθανθεί δυο φορές παραπάνω στην παράσταση. Μέχρι στιγμής ακούμε ενθουσιώδη σχόλια και φυσικά, από τα άκρως αντίθετα ότι αυτού του είδους η μανία, η διασκέδαση, δεν μας ταιριάζει εμάς».

Με δεδομένο ότι έχει δημιουργήσει ο ίδιος τους χαρακτήρες αυτής της παράστασης, του ζητώ να μου περιγράψει τους θαμώνες αυτού του μπαρ. Κι εκείνος προχωρά στον ορισμό της ελευθερίας σε σχέση με την ηθική.

«Είναι ελεύθεροι κι αν όχι απόλυτα ελεύθεροι, με πολύ μεγάλη ευκολία προς την ελευθερία. Είναι έτοιμοι να ενδώσουν στην άρνηση των ηθικών τους ενδοιασμών. Η ηθική αυτόματα είναι ένα κανονιστικό σύστημα το οποίο περιορίζει την ελευθερία. Η ασυδοσία είναι ένα αναξιοπρεπές σύστημα, το οποίο με τον δικό του τρόπο περιορίζει την ελευθερία. Η ελευθερία είναι μια χρυσή τομή, όπου μπορεί να κάνει κάποιος οτιδήποτε θέλει, αλλά χωρίς να βλάπτει, ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους.

Το πώς το αντιλαμβάνονται οι θεατές -ως κάλεσμα σ’ αυτό ή απλή θέαση- είναι δικό τους θέμα. Εμείς τους έχουμε δώσει όλα τα κλειδιά και μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν όπως θέλουν».
Κεντρικός άξονας του έργου είναι η σεξουαλικότητα, ένα ζήτημα που θεωρεί και ο Δημήτρης δύσκολο στην προσέγγιση και προβολή τους επί σκηνής.

«Η σεξουαλικότητα είναι ένας ιδιαίτερα ταλαιπωρημένος όρος θεατρικά, αλλά και λεκτικά και ερευνητικά -με κάθε τρόπο. Αυτό που δεν μ’ αρέσει είναι η χυδαιότητα στην απεικόνιση της σεξουαλικότητας. Η ακαλαισθησία, αν θέλεις, ακόμη καλύτερα. Η ακρότητα -γιατί αυτό που συμβαίνει σ’ αυτό το κιτς μπαρ για κάποιους είναι ακραίο- δεν συνδέεται άμεσα με το αισχρό, αν όλα γίνονται από κάποια ανάγκη. Έρχονται ή συνδέονται αρμονικά το ένα με το άλλο. Ας πούμε, στην παράστασή μας δεν έχει καθόλου γυμνό. Κι ενώ ο άλλος περιμένει να δει τις γυναίκες ή τα αγόρια να ξεγυμνώνονται, δεν του κάνουμε τη χάρη, το αφήνουμε όλο σε ένα φαντασιακό πεδίο. Γιατί για μένα, το γυμνό στο θέατρο είναι το προφανές και είναι και λίγο σοκαριστικό για τον θεατή. Άσε, που όσες φορές το βλέπω, με κάνει και κρυώνω» λέει γελώντας.

Παρά το ευαίσθητο του θέματος, δεν είχε ενδοιασμούς για το πώς θα το προσεγγίσει μέσω της παράστασης, ούτε το θεώρησε ρίσκο, καθώς είναι ένα συνεχώς διαπραγματεύσιμο καλλιτεχνικά θέμα.

«Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι θέλω να κάνω αυτή την παράσταση και οι μόνοι μου ενδοιασμοί ήταν αν ακολουθώ κάθε φορά τις σωστές λύσεις, ή αν αυτό που κάνω είναι μια μετριότητα και δεν θα βγει αυτό που έχω στο μυαλό μου.

Σε εποχή κρίσης, όπως αυτή, το να ασχολείσαι με τη σεξουαλικότητα στο θέατρο είναι μια απάντηση. Έχω βαρεθεί να μιλάω για λεφτά, για πολιτικά προβλήματα, για κρίση των αξιών. Έχω κάνει παραστάσεις τα προηγούμενα χρόνια για την κρίση και μέσα στην κρίση και μέσα από την κρίση, αλλά τώρα ήθελα μια διαφορετικού είδους αφθονία, αυτή που δεν αγοράζεται, δεν κοστολογείται. Η αφθονία που υπάρχει μέσα μας.

Βλέπω πάρα πολλούς νέους εικαστικούς που κάνουν πολλά έργα με το γυμνό σώμα, ακραία πράγματα. Γενικότερα, η τέχνη κινείται στο χώρο της avant-garde ως προς την απεικόνιση της σεξουαλικότητας και του γυμνού σώματος, δεν τη βλέπω να είναι συντηρητική».

dimitris-1-6

Στην εποχή της μεγαλύτερης ελευθερίας και ευκολίας ως προς το σεξ και την πληροφόρηση των ανθρώπων επ’ αυτού, παρατηρεί ότι υπάρχουν δύο άκρα.

«Δεν βλέπω το κομμάτι της σεξουαλικής απελευθέρωσης να διαχέεται πάρα πολύ έντονα, ισορροπημένα, σε όλους. Κάποιοι που έχουν ευκολία στο να αλλάζουν ερωτικούς συντρόφους το κάνουν, άλλοι δεν έχουν κανέναν ερωτικό σύντροφο για χρόνια -και νέοι, πολύ νέοι άνθρωποι. Αυτό, όμως, δεν είναι θέμα σεμνοτυφίας ή συντηρητικότητας, αλλά ότι δεν βρίσκουν την κατάλληλη δίοδο για να βγουν στη σεξουαλική δραστηριότητα.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν φέρει περισσότερους ανθρώπους πιο κοντά, αλλά στην πραγματικότητα, οι σχέσεις έχουν ως διαμεσολαβητή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δεν σημαίνει ότι θα πάνε απαραίτητα στο κρεβάτι κι αν πάνε, αυτό δεν σημαίνει ότι θα επαναληφθεί ή ότι τους ήταν εύκολο. Μπορεί αυτό να γίνεται μ’ ένα πολύ μεγαλύτερο κόστος, οπότε η -κατά το κοινώς λεγόμενο- ελεύθερη σεξουαλικότητα αγγίζει τα όρια του μύθου, μάλλον. Οπότε, δεν μπορώ να γενικεύσω.

Σαν νέοι, τα μάτια μας έχουν δει ιντερνετικά πάρα πολλά πράγματα, από το Nympfomaniac μέχρι τις πιο αρρωστημένες πορνοταινίες στο ελεύθερο ίντερνετ. Είναι άλλο να το βλέπεις και άλλο να το κάνεις και το θέατρο απαιτεί αυτού του είδους την συμμετοχή. Δεν είναι σαν τον κινηματογράφο, αποτελεί μια ζωντανή και ενεργή παρουσία μέσα στο χώρο κι αυτό είναι ίσως μια πρόκληση την οποία φέρνουμε, προτείνουμε στο κοινό», αναφέρει συνδέοντάς το με την «Παρασκευή παλιμπαιδισμού».

Η συζήτηση έρχεται αναπόφευκτα στην So7, την εταιρεία θεάτρου που έχουν ιδρύσει με την Φρόσω Κορρού τα τελευταία χρόνια και τους καλλιτεχνικούς στόχους τους.

«Η So7 αποτελείται από την Φρόσω Κορρού κι εμένα. Η ανάγκη που μας έκανε να τη δημιουργήσουμε είναι αυτή του να κάνουμε θέατρο. Νομίζω ότι ήταν θέμα δημιουργικότητας. Εγώ γράφω κείμενα, τα στήνουμε μαζί με τη Φρόσω, οπότε ήταν καθαρά θέμα δημιουργικότητας. Είχαμε ‘πλεονάζουσα ευρωστία’ που λέει κι ο Τόμας Μαν. Μέχρι στιγμής ο στόχος είναι να γινόμαστε καλύτεροι, να προοδεύουμε σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά μας, την προηγούμενη δημιουργία. Ο γενικότερος στόχος που μας εμπνέει είναι ένα θέατρο το οποίο να είναι σύγχρονο, να ενδιαφέρει κάποιον κόσμο, εμάς πρώτα και κύρια, και μέσα από αυτό το θέατρο να δηλώνουμε την μεγάλη αγάπη που έχουμε στο ανθρώπινο είδος και στον κόσμο.

Υπάρχουν και πάρα πολλές φόρμες και σχολές θεάτρου, οι οποίες λένε πόσο χάλια είναι ο άνθρωπος και πόσο δεν θα έπρεπε να υπάρχει, ή ‘κοιτάξτε να μη γίνετε έτσι’. Εμείς, εγώ από τη μεριά μου και η Φρόσω νομίζω, προσπαθούμε να μεταφέρουμε στη σκηνή έναν κόσμο που θα θέλαμε να υπάρχει κι όχι έναν κόσμο που δεν θέλουμε να υπάρχει».

Οι ευθύνες, όμως, καθώς και οι δυσκολίες που καλείσαι να αντιμετωπίσεις όταν υπογράφεις μια παραγωγή είναι σαφώς μεγαλύτερες.

«Είναι πολύ δύσκολο να αναλάβεις την παραγωγή μιας παράστασης, γιατί μέχρι να αποκτήσει τη φήμη που της αρμόζει, χρειάζεται χρόνος και υπομονή. Δεν υπάρχουν τα παραγωγικά πλαίσια ενός μεγάλου οργανισμού να μας στηρίζει. Έχουμε μια πολύ αγαστή συνεργασία με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μας βοηθάει πολύ και συνεχίζουμε. Πέρυσι κάναμε το ‘RIP Romeos Ioulietta Panta’, φέτος κάνουμε τη δεύτερη παράσταση, ‘Παρασκευή Παλιμπαιδισμού’. Αλλά, το θέατρο θέλει πόρους κι αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο κομμάτι. Εμείς είμαστε αυτοχρηματοδοτούμενοι, δηλαδή δουλεύουμε για να συντηρούμε τις ανάγκες των παραγωγών μας. Μέχρι στιγμής, το πράγμα έχει κυκλώσει ωραία. Τώρα, η ‘Παρασκευή παλιμπαιδισμού’ είναι ένα άνοιγμα που θα δούμε πώς θα λειτουργήσει».

dimitris-1-9

Μέσα στα χρόνια που δουλεύει στο θέατρο έμαθε πράγματα γι’ αυτό που αποδεικνύονται σημαντικά εφόδια για τη συνέχεια. Παράλληλα, ωστόσο, ετοιμάζει τη διπλωματική του εργασία για το μεταπτυχιακό που παρακολουθεί και πηγαίνει από πρόβα σε γύρισμα και τούμπαλιν, όσο δύσκολο κι αν είναι να συνδυαστούν.

«Έχω μάθει ότι η εμπειρία δεν μεταβιβάζεται, ότι οι συνεργασίες είναι το πιο πολύτιμο κομμάτι του θεάτρου και θα άλλαζα μια αρμονική και ωραία συνεργασία με μια πολύ καλή παράσταση και μια μέτρια συνεργασία. Έχω μάθει ότι το θέατρο έχει μια δυναμική που δεν μπορεί να την εξηγήσει κανένας -τι είναι, πώς μιλάει στον κάθε άνθρωπο. Επίσης, ότι είναι πολύ δύσκολο να δεις ωραία παράσταση, αλλά αν σε αγγίξει, σε αλλάζει και γυρνάει το μέσα έξω. Εγώ είμαι εθισμένος, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο.

Αυτή την περίοδο βέβαια, κάνω μεταπτυχιακό στην Κοινωνιολογία κι έχω να παραδώσω τη διπλωματική μου. Το θέατρο συνδέεται και με την κοινωνία και με την πολιτική ως θέση μέσα στην Πολιτεία κι όχι με την πολιτική, το ‘εξουσιάζειν’.

Κάποια στιγμή κοίταξα το ημερολόγιο στο γραφείο μου, έλεγε Οκτώβριος και συνειδητοποίησα ότι δεν θυμάμαι πού πήγε αυτός ο μήνας. Αυτός ο μήνας υπήρξε ποτέ; Αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε σε φρενήρεις ρυθμούς και με πολλή ένταση και ψυχική-σωματική κούραση για να καταφέρουμε να τα συνδυάσουμε όλα. Και δεν έχει σταματήσει το δύσκολο πρόγραμμα από το καλοκαίρι.

Αν σου πω τη μέρα μου από το πρωί… Έχω την παιδική παράσταση ‘Τα Ψηλά Βουνά’, κάνω διδασκαλία στη δραματική σχολή Ίασμος, έχω την εκπομπή Lifetime στη Nova και είμαι σε πρόβες για την παράσταση που θα ανέβει 22 Ιανουαρίου στο Από Μηχανής Θέατρο, «Ποιος φοβάται Βιρτζίνια Γουλφ», σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις. Τίποτε από όλα αυτά δεν με δυσαρεστεί, γι’ αυτό τα κάνω. Το καθένα το αγαπάω με ένταση, όχι απλώς το αγαπάω. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μπορώ για να αντεπεξέλθω και να είμαι και καλός, όσο μπορώ».

Οι σταθεροί συνεργάτες κάνουν ευκολότερη και δημιουργικότερη την εκάστοτε δουλειά και όπως ήδη τόνισε, μια καλή συνεργασία έχει βαρύνουσα σημασία για εκείνον. Η Φρόσω Κορρού και ο Κώστας Φιλίππογλου είναι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζεται σταθερά εδώ και αρκετά χρόνια.

«Αυτό που λέγαμε προηγουμένως, ότι θα διάλεγα μια καλή συνεργασία από μια τέλεια παράσταση, είναι γιατί περισσότερο χρόνο και χώρο ψυχικό και σωματικό καταλαμβάνουν οι πρόβες παρά η ίδια η παράσταση. Το να μιλάω την ίδια γλώσσα -που με τον Κώστα Φιλίππογλου και τη Φρόσω Κορρού μιλάω την ίδια ακριβώς γλώσσα- λύνει τα χέρια, κάνει τη διαδικασία, την πρόοδο, πιο εύκολη. Δεν είναι εύκολο να βρεθείς με ανθρώπους που δεν τους έχεις ξανασυναντήσει ποτέ στη ζωή σου και να προσπαθήσεις να διαπραγματευτείς συναίσθημα, σκέψη, ψυχή, μεγάλα μεγέθη, όπως ήταν του Προμηθέα το καλοκαίρι.

Είναι αλλιώς να ξεκινάω με κοινή γλώσσα, κοινό παρελθόν, κοινούς κώδικες κι αλλιώς, να πρέπει να συστηθούν οι κώδικες από την αρχή, να γνωριστούμε μεταξύ μας κι ύστερα ν’ αρχίσουμε να πιάνουμε τα μεγαλειώδη αυτά ζητήματα της εξουσίας, του ανθρώπου, του έρωτα, ακόμη κι ένα βράδυ έξω».

Ανήκει σε μια κατηγορία καλλιτεχνών που παρά τις τρεις ιδιότητές του -του ηθοποιού, συγγραφέα και σκηνοθέτη- μπορεί να τις διαχωρίσει αναλόγως με τον ρόλο που έχει σε κάθε παράσταση.

«Αυτό εξυπακούεται, γιατί αλλιώς τρελαίνεσαι. Αν είναι έτσι, θα κάτσω μόνος μου και θα τα κάνω όλα εγώ. Όχι, το θέατρο είναι η συνεργατική τέχνη. Τώρα, που βρίσκομαι στο ‘Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ’, είμαι εκεί ως ηθοποιός με απόλυτη εμπιστοσύνη στον σκηνοθέτη μου, στον άνθρωπο που έχει γράψει το κείμενο, στον μεταφραστή που έχει μεταφράσει το κείμενο και στους συναδέλφους ηθοποιούς. Το να πω ως ηθοποιός τη γνώμη μου ‘α, αυτό νομίζω ότι λέει έτσι’, γίνεται σε όλες τις δουλειές, ανάμεσα σε όλους τους ηθοποιούς, αλλά δεν συγχέονται».

dimitris-1-5

Η «Παρασκευή παλιμπαιδισμού» και «Τα ψηλά βουνά» είναι δύο εντελώς διαφορετικές παραστάσεις. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν θα μπορούσε να βρει κάτι κοινό.

«Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να συγκρίνω τα Ψηλά βουνά με την Παρασκευή Παλιμπαιδισμού, παρά μόνο ότι σκοπός τους είναι να συναρπάσουν με κάποιον τρόπο το κοινό τους. Τα παιδάκια που έρχονται βλέπουν με ανοιχτό το στόμα αυτό το τοπίο, τη φύση και πώς σιγά-σιγά μεταμορφώνει τους ήρωες του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Και στην βραδινή παράσταση, οι άνθρωποι έρχονται και ακούνε τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή των ανθρώπων ένα βράδυ έξω.

Το βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου είναι αριστούργημα, εξαιρετική λογοτεχνία, όχι αστεία. Μπορείς να το διαβάσεις ανεξαρτήτως ηλικίας. Κι εγώ το διάβασα δύο χρόνια πριν μου κάνουν την πρόταση και όταν μου την έκαναν είπα ναι, αυτό το βιβλίο ναι. Αυτό το θέλω».

Το πρόγραμμά του είναι ήδη βεβαρυμμένο και όπως φαίνεται, θα συνεχίσει, γι’ αυτό και στο τι περιλαμβάνουν τα σχέδιά του για τη συνέχεια η απάντηση είναι μονολεκτική κι ενθουσιώδης.

«Διακοπές! Υπάρχει μια ατάκα στα ‘Ψηλά Βουνά’ που λέει ‘εμείς τώρα δεν έχουμε βιβλία μαζί μας, γιατί είμαστε διακοπές!’ και το φωνάζω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου. Ενάμιση μήνα διακοπές πάνω στο βουνό, αυτό θέλω».

Μέχρι να το καταφέρει θα κινείται μεταξύ Ακροπόλ, Θεάτρου του Νέου Κόσμου και από 22 Ιανουαρίου, Από Μηχανής Θεάτρου.

 

dimitris-1-3

 

*Η παράσταση Παρασκευή Παλιμπαιδισμού, σε σκηνοθεσία So7 (Δημήτρη Κουρούμπαλη και Φρόσως Κορρού), ανεβαίνει κάθε Παρασκευή στις 12πμ, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 και Θαρύπου, Νέος Κόσμος)

Your email address will not be published. Required fields are marked *

INSTAGRAM
FOLLOW DIDEE